ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΑΣ ΜΗΝ ΚΡΥΒΟΜΑΣΤΕ πίσω από το δάχτυλό μας. Στο μυαλό πολλών Ελλήνων η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη είναι «ορθολογική» και «αποφασιστική». Εχει σαφή εικόνα για τις «δυσλειτουργίες» που ταλαιπωρούν την ελληνική κοινωνία και δεν περιορίζεται στις διαπιστώσεις αλλά προχωρά και στις κατάλληλες πράξεις για να τις αντιμετωπίσει. Από την πλευρά του ο κ. Μητσοτάκης κάνει ό,τι μπορεί για να συντηρήσει την αντίληψη αυτή.

Με έναν μηχανισμό προπαγάνδας (επικοινωνία την ονομάζουν σήμερα, για να αποφύγουν δυσάρεστες συγκρίσεις με το παρελθόν), που προβάλλει απλοϊκά και ενίοτε αντιφατικά επιχειρήματα, τα οποία ενισχύει άλλοτε αποκρύβοντας και άλλοτε παραποιώντας, κατασκευάζει ένα νέο μοντέλο κοινωνίας στο οποίο οι άνθρωποι κατατάσσονται σε δύο βασικές κατηγορίες: στους πρόθυμους και στους αντιδραστικούς. Ολα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά έχουν δευτερεύουσα σημασία. Αργά και μεθοδικά στη διαδικασία της αξιολόγησης που κάνει κάθε πολιτικό ον για τους ηγέτες του, υποκαθιστά την ισχύ της έννοιας «συμφέρον» (προσωπικό, επαγγελματικό, κοινωνικό, ανθρωπιστικό) με την τοξική «αποτελεσματικότητα».

Κρυπτόμενη πίσω από ένα αόριστο και ασαφές «δημόσιο συμφέρον» έχει καταφέρει να κάνει τους ανθρώπους να μην αναζητούν απαντήσεις στα κεφαλαιώδη ερωτήματα της πολιτικής επιστήμης, αλλά εχθρούς που απειλούν τη λεηλατημένη «ευημερία» τους. Ετσι, με κατασκευασμένους εχθρούς και επινοημένους φταίχτες έχει καταφέρει να υλοποιεί απρόσκοπτα μια πολιτική που βασίζεται σε δύο άξονες:

ΠΡΩΤΟΣ: Να χρεώνεται ελάχιστος ή καθόλου φόρος στους πλουσιότερους ανθρώπους και [τις πλουσιότερες] εταιρείες της κοινωνίας.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ: Να κοινωνικοποιεί το κόστος μιας κρίσης και να ιδιωτικοποιεί τα οφέλη που προκύπτουν όταν αυτή αντιμετωπιστεί.

Δύο γεγονότα που συνέβησαν την τελευταία εβδομάδα επιβεβαίωσαν με τον πιο σαφή τρόπο τη μεθοδευμένη προσπάθεια του κ. Μητσοτάκη να υλοποιήσει τις επιδιώξεις του θάβοντας την πολιτική σκέψη με τα μπάζα της… αποτελεσματικότητας.

ΠΡΙΝ από μερικές μέρες δημοσιεύτηκε (https://www.efsyn.gr/oikonomia/elliniki-oikonomia/321993_boitheia-ehoyme-ypsila-kerdi) στην «Εφ.Συν.» μία ανάλυση για τα κέρδη που είχαν στο εννεάμηνο οι εταιρείες που οι μετοχές τους διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Στον σχετικό πίνακα εμφανίζονται 41 εταιρείες οι οποίες κατέγραψαν αυξήσεις στα κέρδη τους από 26% μέχρι 1.654%. Για την κυβέρνηση, τα στοιχεία αυτά απεικονίζουν την αποτελεσματικότητα της πολιτικής που εφαρμόζει.

Η κερδοφορία, σύμφωνα με την αντίληψή της, αντανακλά τον δυναμισμό της ελληνικής οικονομίας και είναι προάγγελος μιας ισχυρής ανάκαμψης, από το μέρισμα της οποίας θα επωφεληθούν όλοι (;). Αυτή η μηχανιστική προσέγγιση που εμφανίζει τη δραστηριότητα των μεγάλων επιχειρήσεων ως «πολιτικά ουδέτερη» και «θεοποιεί» τις αδέκαστες «δυνάμεις της αγοράς» και τις «ατομικές δεξιότητες» των επικεφαλής, είναι κοινωνικά επικίνδυνη.

Αυτό το αντιλαμβάνεται κάποιος όταν προσπεράσει τις θρησκευτικού χαρακτήρα απαντήσεις που προβάλλει η κυβέρνηση και συνδυάσει τα στοιχεία για την κερδοφορία των μεγάλων επιχειρήσεων με επιμέρους στατιστικές που αφορούν την κατανάλωση, τις εξαγωγές και τους δείκτες κύκλων εργασιών σε επιμέρους τομείς της οικονομίας. Μια πρόχειρη ανάγνωση των στατιστικών αρκεί για να αντιληφθεί ότι η έκρηξη των κερδών είναι το αποτέλεσμα που είχαν συγκεκριμένες πολιτικές που εφάρμοσε η κυβέρνηση, με τις οποίες καθηλώθηκε το κόστος εργασίας και μετατοπίστηκε ένα σημαντικό ποσοστό του τζίρου των μικρών επιχειρήσεων στις μεγάλες.

Για να το πούμε απλά, η κυβέρνηση έκλεψε την πελατεία των «μικρών» και την εργασία των «πολλών» και την πρόσφερε δώρο σε μια δράκα μεγαλοεπιχειρηματιών. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να κοινωνικοποιήσει το κόστος της πανδημίας διαμοιράζοντάς το στους πολλούς και να ιδιωτικοποιήσει το όφελος χαρίζοντάς το σε λίγους. Σε μια τέτοια ανάλυση όλη η προπαγάνδα περί «αποτελεσματικότητας» αποδεικνύεται ότι είναι «τρίχες» χρήσιμες για να αποκρύψουν σκοπιμότητες και μεθοδεύσεις που εξυπηρετούν κάποιους και ισοπεδώνουν κάποιους άλλους.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΕΓΟΝΟΣ αφορά την τροπολογία με την οποία ο υπουργός Υγείας της κυβέρνησης Μητσοτάκη κατάργησε τη δυνατότητα συνταγογράφησης για τους ανασφάλιστους από πιστοποιημένους ιδιώτες γιατρούς. Οι αρμόδιοι επανέλαβαν το αφήγημα της «αποτελεσματικότητας» χρησιμοποιώντας το επιχείρημα του «κόστους» και δεν είπαν το παραμικρό για τα κίνητρα που κρύβονται και τα αποτελέσματα.

Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τον μανδύα «της αποτελεσματικής διαχείρισης» για να αποκρύψει τον υγειονομικό εκβιασμό που κάνει στα πιο ευάλωτα κοινωνικά και οικονομικά μέλη της ελληνικής κοινωνίας, ενώ υπονόησε οφέλη από την «εξοικονόμηση». Ταυτόχρονα αποσιώπησε το παράπλευρο «κόστος» στο ήδη υποχρηματοδοτούμενο ΕΣΥ και τις επιπτώσεις που θα έχει για εκείνους που δεν μπορούν να απευθυνθούν στις υπηρεσίες των κλινικαρχών. Κάποιοι, για να δικαιολογήσουν την αλλεργική αποστροφή στην αλήθεια που χαρακτηρίζει κάθε πολιτική απόφαση της κυβέρνησης, θα μιλήσουν για «άδολες παραλείψεις». Λάθος. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή, που αποσκοπεί στο να κρύψει όχι μόνο την άρνησή της να χρεώσει -κυρίως μέσω της φορολογίας- το εύλογο κόστος που αναλογεί στους πλουσιότερους ανθρώπους και στις πλουσιότερες εταιρείες αλλά και την απόφασή της να τους προικοδοτήσει αρπάζοντας από όλους τους «άλλους» όσο περισσότερα μπορεί.

ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ο χορευτής χρειάζεται έναν εξίσου ικανό παρτενέρ για να αναδείξει τις ικανότητές του, έτσι και η Δημοκρατία χρειάζεται την αντιπολίτευση για να πιστοποιεί την υγεία και την ευρωστία της. Και η αλήθεια είναι ότι αν συσχετίσει κάποιος το εύρος των παρεμβάσεων που έχουν γίνει από το καλοκαίρι του 2019 σε κρίσιμους τομείς (Παιδεία, συνδικαλιστικές ελευθερίες, Υγεία, ενέργεια, κοινωνική ασφάλιση, εργασιακό κ.α.) με τη στάση τη αντιπολίτευσης, τότε θα διαπιστώσει ότι είναι δυσανάλογα ήπια σε σχέση με τις αλλαγές που προκαλούν. Οι λεκτικές αψιμαχίες, οι αόριστες ανακοινώσεις με λογοτεχνικό οίστρο αλλά με έλλειμμα ουσίας και οι χλιαρές παρεμβάσεις που χαρακτηρίζουν την αντιπολιτευτική τακτική, όχι μόνο δεν αποδομούν το αφήγημα της «αποτελεσματικής» κυβέρνησης αλλά στις σκέψεις πολλών το νομιμοποιούν.

Οι άνθρωποι έχοντας στην πλάτη μια δεκαετία μνημονίων, όπου οι ρόλοι του «προδότη» και του «σωτήρα» εναλλάσσονταν ανάλογα με τις βραχυπρόθεσμες σκοπιμότητες, είναι και φιλύποπτοι και καχύποπτοι. Εχοντας εξοικειωθεί με τους διάττοντες «σωτήρες», για να πειστούν χρειάζονται απτές αποδείξεις με ονόματα, διευθύνσεις και πειστήρια. Και είναι σίγουρο ότι τόσο η άδολη «αποτελεσματικότητα» της κυβέρνησης όσο και η χλιαρή αντίδραση της αντιπολίτευσης δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την κοινωνική χιονοστιβάδα που ήδη έχει ξεκινήσει την καταστροφική πορεία της.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας