Την προηγούμενη εβδομάδα, θαρρώ το απόγευμα της Παρασκευής, η παρουσιάστρια του απογευματινού δελτίου της κρατικής τηλεόρασης παρουσίασε ένα γράφημα που αφορούσε τη μεταδοτικότητα της «Ομικρον». Ούτε λίγο ούτε πολύ, υποστήριζε ότι η μεταδοτικότητα της «Ο» είναι κάτι περισσότερο από δεκαπλάσια σε σχέση με τη «Δ».
Δύο ώρες αργότερα, οι New York Times απέστειλαν στους συνδρομητές τους ένα ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο ο ΠΟΥ υποστηρίζει πως «δεν υπάρχει ακόμη απόδειξη ότι η παραλλαγή είναι πιο μεταδοτική ή θανατηφόρα ή ότι θα μπορούσε να μειώσει την προστατευτική δύναμη των εμβολίων…».
Το βράδυ της Δευτέρας, στην κρατική τηλεόραση πέντε πολιτικοί -κάποιοι είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου παρέδωσε τον τόπο στους δανειστές- προσπαθούσαν να πείσουν τους τηλεθεατές, που έπρεπε να σηκωθούν πολύ νωρίς το επόμενο πρωί για το μεροκάματο, ότι ο καθένας τους μπορεί να τους κάνει τη ζωή τους καλύτερη. Ο έκτος, που πριν από έντεκα χρόνια ήταν ο επικεφαλής των υπολοίπων, επέλεξε να μη συμμετάσχει στον τηλεοπτικό «προσηλυτισμό». Καθώς τους έβλεπα να μοχθούν να πείσουν για τις αγαθές τους προθέσεις θυμήθηκα τον Paul A. Porter. Τον επικεφαλής του κλιμακίου εμπειρογνωμόνων, ο οποίος στο πλαίσιο του δόγματος Τρούμαν τον χειμώνα του 1947 ήρθε στην Ελλάδα για να συντάξει έκθεση για την ελληνική οικονομία:
«Απ’ όσο βλέπω, η ελληνική κυβέρνηση δεν ασκεί καμία αποτελεσματική πολιτική εκτός από το να ζητεί ξένη βοήθεια ώστε να κρατιέται στην εξουσία. […] Η απελπισία είναι παντού η ίδια. Ολη η χώρα, απ’ άκρου εις άκρον, είναι γκρίζα, χωρίς ανακούφιση, με τόσο βαθιά έλλειψη πίστης στο μέλλον ώστε (οι πολίτες) να καταντούν αδρανείς στο παρόν. […] Θυμάμαι ακόμα ένα περίτεχνο δείπνο, όταν ένας κορυφαίος τραπεζίτης με διασκέδασε στο πολυτελές διαμέρισμά του στην Αθήνα. Υπήρχαν τρεις μπάτλερ, αρκετά υπέροχα κρασιά, εκπληκτικά καλό φαγητό. Η αντίθεση ανάμεσα στο υπέροχο πάρτι και τα υποσιτισμένα παιδιά στους δρόμους ήταν απλά πάρα πολύ χτυπητή και σκληρή», έγραψε περιγράφοντας το «ενδιαφέρον» των πολιτικών και οικονομικών ελίτ για τις ζωές των… άλλων.
Μεγάλα λόγια που επαναλαμβάνονται. Σκιάχτρα που ανασύρονται. Υποσχέσεις που ξεχνιούνται. Μια επαναλαμβανόμενη πρακτική η οποία αναδεικνύει τη διαχρονική αλήθεια που περιγράφει ο στίχος του Ρασούλη: «Ολα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν…». Αλλά το ανησυχητικό δεν είναι τόσο η διαπίστωση του τέλματος όσο η βοερή σιωπή που το περιβάλλει. Και τότε, κάθε φορά που το συνειδητοποιείς, ευχαριστείς τους ξένους σαν τον Porter που με τη στάση και τα γραπτά τους κάνουν ό,τι μπορούν για να το υπενθυμίζουν.
Ενας απ’ αυτούς είναι ο Serge Halimi της Le Monde diplomatique. Στο άρθρο «Και η Ελλάδα έγινε ξανά υποδειγματική» συγκρίνει την Ελλάδα του 2015, που στραγγαλιζόταν από τους γερμανικούς και γαλλικούς εκβιασμούς, με την Ελλάδα του 2021 που… εξοπλίζεται.
«Το 2015, όταν η “Ανοιξη της Αθήνας” συντρίφτηκε από τις ευρωπαϊκές τράπεζες, η Le Figaro ξεχώρισε για την αγριότητά της. Εκτίμησε ότι η Ελλάδα είναι ένας “ασθενής που προτιμά να χαστουκίζει τον γιατρό του”. Την αγανακτισμένη συντηρητική εφημερίδα που έγραφε ότι “κάθε Γάλλος θα πλήρωνε 735 ευρώ για τη διαγραφή του ελληνικού χρέους”, ακολούθησαν τότε σχεδόν όλα τα ΜΜΕ της χώρας. Τότε το χρέος ανερχόταν στο 177% του ΑΕΠ της χώρας. Τον περασμένο Δεκέμβριο ξεπέρασε το 205%, αλλά η Le Figaro έπαψε να ανησυχεί για τους Ευρωπαίους πιστωτές. Γιατί; Κανείς δεν θα τολμούσε να φανταστεί ότι αυτό έγινε επειδή η Ελλάδα είχε την ιδέα να αγοράσει από τον όμιλο Dassault, ιδιοκτήτη της Figaro…», γράφει ο Halimi σε μια επικαιροποιημένη εκδοχή των επισημάνσεων του Porter.
Αυτές οι τέσσερις φαινομενικά ασύμπτωτες ιστορίες συνθέτουν μια πραγματικότητα για τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ που διαχρονικά αναλώνονται στην προσπάθεια να διατηρήσουν τα προνόμια της εξουσίας τους. Με υποσχέσεις σαν αυτές που διάνθιζαν τις απαντήσεις των «υποψηφίων», συγκαλύπτουν και παραγράφουν. Με κατασκευασμένες αλήθειες, όπως αυτές της τηλεπαρουσιάστριας, παραπλανούν και εκφοβίζουν. Με σιωπές απαντούν στην αμείλικτη πραγματικότητα της εξάρτησης που περιγράφει ο Halimi. Με επικλήσεις στο «εθνικό συμφέρον» σαν και αυτές που έκαναν στον Porter στοχοποιούν. Και αν το πράγμα ξεφεύγει, νομοθετούν α λα καρτ για να νομιμοποιήσουν τον πειθαναγκασμό.
Η Ιστορία δείχνει ότι οι ελίτ που εφάρμοσαν πολιτικές που αγνοούσαν τον νόμο του Νεύτωνα (σ.σ. για κάθε ενέργεια υπάρχει μια ίση αντίδραση) στο τέλος έπεσαν στην παγίδα που προόριζαν για τους… άλλους.
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
