ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ολγα Τσιλιμπάρη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρά τις διακηρύξεις περί ποιότητας, αριστείας και λογοδοσίας, η αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας στοχεύει στην περαιτέρω (ύστερα από ολόκληρη μνημονιακή δεκαετία) μείωση των δαπανών για τη δημόσια Παιδεία, στην εμπορευματοποίηση του σχολείου, στην αντικατάσταση της γνώσης με πληροφορίες και δεξιότητες. Η πολυδιαφημιζόμενη «αυτονομία της σχολικής μονάδας» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σταδιακή αποδέσμευση του κράτους από το καθήκον να χρηματοδοτεί τη δημόσια εκπαίδευση, όπως εμφανίζεται στο άρθρο 99 του πρόσφατου νόμου 4823/21. Η χρηματοδότηση μέσω χορηγιών και δωρεών οδηγεί ευθέως στην κατηγοριοποίηση των σχολείων. Το κράτος θα ξεφορτωθεί τις εκπαιδευτικές δαπάνες, μετακυλίοντάς τες αρχικά στους υποχρηματοδοτούμενους δήμους και εν τέλει παραδίδοντας την εκπαίδευση στα νύχια των επιχειρηματικών ομίλων.

Το σχολείο μετατρέπεται σε οικονομική μονάδα που θα «παράγει» φτηνό, πειθαρχημένο και «ευέλικτο» εργατικό δυναμικό, εξασφαλίζοντας τη λειτουργία του με όρους αγοράς (δωρεές, χορηγίες, συνδρομές γονέων, ενοικίαση των υποδομών του σε τρίτους) και εκχωρώντας στους ποικιλώνυμους χορηγούς δικαιώματα παρέμβασης στο πρόγραμμα σπουδών, την πρόσληψη προσωπικού κτλ. Επονται μαζικές καταργήσεις και συγχωνεύσεις σχολείων (ιδίως στις λεγόμενες υποβαθμισμένες περιοχές), δημιουργία υπερφορτωμένων σχολικών συγκροτημάτων, αύξηση της μαθητικής διαρροής, άρα διόγκωση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων.

Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στοχεύει στον πλήρη έλεγχο και στην πειθάρχησή τους, στην ακύρωση του όποιου παιδαγωγικού, κοινωνικού και επιστημονικού τους ρόλου, ώστε να λειτουργούν αποκλειστικά ως ιμάντες μεταβίβασης των άνωθεν μέτρων, εντολών και υποδείξεων. Ετσι επιχειρείται η εξουδετέρωση οποιασδήποτε μελλοντικής εκ μέρους τους αμφισβήτησης αυτού του «νέου σχολείου». Με πραγματικά οργουελιανή διατύπωση, η διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης βαφτίζεται «αναβάθμιση του σχολείου» και «ενδυνάμωση του εκπαιδευτικού». Η εφαρμογή παρόμοιων συστημάτων ανά τον κόσμο ξεκίνησε με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, αρχικά στη Βρετανία και στις ΗΠΑ και στη συνέχεια σε άλλες χώρες. Αψευδείς μάρτυρες των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν αποτελούν οι παλαιότερες και πρόσφατες διεθνείς αναφορές, καθώς και τα πολύ πρόσφατα μηνύματα συμπαράστασης προς τους Ελληνες εκπαιδευτικούς από συναδέλφους τους άλλων χωρών.

Ο εν εξελίξει αγώνας των εκπαιδευτικών, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, μη όντας στενά κλαδικός, έχει σαφές κοινωνικό και πολιτικό πρόσημο: την υπεράσπιση της δημόσιας εκπαίδευσης και της δημοκρατίας. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, πέρα από την κατασυκοφάντηση των εκπαιδευτικών, τις απειλές διοικητικών κυρώσεων, τις ποικίλες πιέσεις που ασκούν προϊστάμενοι στα πιο ευάλωτα τμήματα του εκπαιδευτικού προσωπικού, το υπουργείο Παιδείας καταφεύγει στα δικαστήρια. Διαπράττονται δικονομικές και ουσιαστικές παραβιάσεις, που κουρελιάζουν ακόμα και αυτήν τη διάτρητη έννοια της αστικής δικαιοσύνης. Η ποινικοποίηση των αγώνων προσλαμβάνει ιδιαίτερη σφοδρότητα, γιατί είναι μέγιστο και το διακύβευμα. Από την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών δεν κινδυνεύουν μερικοί πονηρούληδες φυγόπονοι δημοσιοϋπαλληλίσκοι. Κινδυνεύει η δημόσια εκπαίδευση. Το διογκούμενο κύμα ανυπακοής στον εκπαιδευτικό χώρο πλήττει καίρια έναν βασικό πυλώνα των νεοφιλελεύθερων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων: την προωθούμενη ολοσχερή διάλυση του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας, μέρη του οποίου αποτελούν η δημόσια εκπαίδευση, τα εργασιακά και δημοκρατικά δικαιώματα, προς ανάταξη των κερδών του μεγάλου κεφαλαίου.

Στην παρούσα συγκυρία, λοιπόν, είναι απόλυτα αναγκαίο η συζήτηση και ο αγώνας για τη διάσωση και βελτίωση της δημόσιας εκπαίδευσης να γίνει υπόθεση πλατύτερων κοινωνικών στρωμάτων, οργανωμένων συλλογικοτήτων αλλά και του κάθε δημοκρατικού πολίτη ατομικά.

* εκπαιδευτικός, μέλος ΕΛΜΕ Κέρκυρας