Ο αποδιοπομπαίος τράγος και το μαύρο πρόβατο αντιστοιχούν σε δύο φαινόμενα άμεσα συνδεδεμένα με τη ζωή συλλογικών οντοτήτων και τη ρύθμιση σχέσεων εντός κοινωνικών πεδίων. Για την κοινωνιοψυχολογική θεώρηση, που τα έχει μελετήσει επί μακρόν, ο «αποδιοπομπαίος τράγος» αφενός αφορά το άτομο ή την ομάδα που με ακραία στιγματιστικό τρόπο ενοχοποιείται ως υπεύθυνο/η για τα δεινά, που (θεωρεί πως) υφίσταται η ευρύτερη ομάδα αναφοράς, με συνέπεια την εναντίον του εκδήλωση ακραίας επιθετικότητας και βίας, ως τρόπο εκτόνωσης συναισθημάτων θυμού. Οι αποδιοπομπαίοι τράγοι είναι οντότητες εκτός των ορίων της ομάδας αναφοράς. Είναι οι μιαροί, επικίνδυνοι και απειλητικοί ξένοι.
Γεμάτη η ανθρώπινη ιστορία με παραδείγματα, με κορυφαίο τη ναζιστική θηριωδία, που οδήγησε στη διαμόρφωση της έννοιας της αυταρχικής προσωπικότητας από τον Adorno και εν συνεχεία σ΄ αυτήν του «δεξιού αυταρχισμού», όπου ακριβώς η έμπρακτη (πλην της συμβολικής) επιθετικότητα απέναντι στις απειλητικές μειονότητες, μαζί με την υποταγή στην αυθεντία του ηγέτη και την πίστη σε παραδοσιακές συντηρητικές αξίες, συγκροτούν το τρίπτυχο διαστάσεων εντοπισμού του στον λόγο και τη συμπεριφορά θεσμών, ατόμων και ομάδων.
Το «μαύρο πρόβατο», από την άλλη, αναφέρεται σε οντότητες ενδο-ομαδικές, οι οποίες επίσης στιγματίζονται ως απειλητικές, επικίνδυνες και διαλυτικές για την υπόσταση της ομάδας αναφοράς. Μέσω επιστράτευσης εναντίον τους ρητορικών στρατηγικών αναπαραστασιακής ανάδειξης της ακρότητας, της ακαμψίας ακόμα και της ψυχικής τους διαταραχής, κατασκευάζεται η εικόνα του «εσωτερικού εχθρού» μαζί με την αναγκαιότητα συμβολικής ενίοτε και φυσικής τους εκμηδένισης, ως μηχανισμός επανορισμού των ορίων της ομάδας αναφοράς και ως εκ τούτου αυτοπροστασίας της. Και εδώ σαφώς η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων όπου τέτοια μαύρα πρόβατα – θύματα ακραίων διακρίσεων υπήρξαν πρωτοπόροι στην υπεράσπιση νέων τρόπων σκέψης και νοηματοδότησης, οι οποίοι έπειτα από χρόνια όχι μόνο διαχύθηκαν στην κοινωνία αλλά και ενσωματώθηκαν στον κυρίαρχο πλειοψηφικό και θεσμικό λόγο ως αυτονόητες, ενίοτε και ως κοινότοπες νόρμες. Αυτή είναι η περιπέτεια των ενεργών μειονοτήτων, που κυνηγήθηκαν, λοιδορήθηκαν, ξεχάστηκαν εν τέλει, αλλά, χωρίς την αρχική συγκρουσιακή τους παρέμβαση, αξίες όπως η ελευθερία, η συμπεριληπτικότητα, η ισότητα, ο αυτοπροσδιορισμός, ο φιλειρηνισμός και η οικολογική συνείδηση δεν θα αποτελούσαν κοινούς τόπους.
Με δυο λόγια, η κοινωνική κρυπτομνησία (οικειοποίηση/ενστερνισμός μιας ιδέας με ταυτόχρονο στιγματισμό και λήθη του αρχικού εισηγητή της), όπως έχει αποδείξει η μακρόχρονη κοινωνιοψυχολογική έρευνα στην επιρροή των ενεργών μειονοτήτων, συνιστά τον θεμελιώδη μηχανισμό καταπολέμησης κινημάτων διεκδίκησης. Η πρόσφατη έρευνα προτείνει δε ως αντίδοτο τη μέθοδο της «κριτικής συνειδητοποίησης»: επισήμανση, μέσω αξιοποίησης παραδειγμάτων ιστορικής γνώσης, της σχέσης μεταξύ των μειονοτικών ομάδων και των διεκδικήσεων που αυτές υπερασπίστηκαν κατά το παρελθόν, με τρόπο ώστε το υποκείμενο να συνειδητοποιεί την ιστορική αδικία εναντίον τους.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η έρευνα πάνω στις ενεργές μειονότητες, ιστορικά, ώς τώρα, αφορούσε αποκλειστικά σχεδόν τις προοδευτικές διεκδικητικές τέτοιες, με μηδαμινή σχεδόν διερεύνηση των αντιδραστικών, υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών, ενώ η πραγματικότητα, διεθνής και εγχώρια, τις υφίσταται δυναμικά στο προσκήνιο. Το ερευνητικό ενδιαφέρον σχετικά με το αν ισχύουν οι ίδιοι μηχανισμοί διευκόλυνσης και ανάσχεσης της διάδοσης των ιδεών τους τροφοδοτείται πλούσια. Τέτοιες ομάδες συνεχίζουν, καθώς φαίνεται, να αναδέχονται τη «βρομοδουλειά δρόμου» ως προς την «τακτοποίηση» αποδιοπομπαίων τράγων και μαύρων προβάτων.
Ο αντίκτυπος των ιδεών τους και κάποιοι εκφραστές τους φαίνεται να έχουν καθημερινοποιηθεί εντός της μεγάλης συντηρητικής παράταξης. Εχουν περάσει πολλά χρόνια που ο Κ. Καραμανλής ο νεώτερος, ως πρωθυπουργός, δήλωνε σαφώς «δεν συνεργαζόμαστε με τα άκρα» και ακόμα περισσότερα που έτερος αρχηγός της παράταξης (αν δεν κάνω λάθος) είχε πει κάτι του τύπου «μπορεί να τους θέλουμε για την Εκκλησία, αλλά δεν κάνουν όλοι για το Ιερό». Η παρουσία της ακροδεξιάς βίας και ρητορικής προβάλλει, λοιπόν, ως πολλά υποσχόμενο ερευνητικό αντικείμενο αλλά και ως ακανθώδες πολιτικό πρόβλημα για τη συντηρητική παράταξη.
Στο βάθος του φόντου, φιγουράρει πάντα η έννοια της συνεκτικότητας, της συνέπειας λόγων και έργων στη συγχρονική και διαχρονική διάσταση. Ερευνητικά, από δεκαετιών έχει αποδειχθεί ο ρόλος της, ως αναγκαίας συνθήκης, κάθε επιτυχημένης απόπειρας επιρροής. Στην πολιτική επικοινωνία, η συνέπεια αποτελεί την πιο περιζήτητη ερωμένη. Στην πραγματική πολιτική πράξη, όμως, αποδεικνύεται πολύ δύστροπη και απαιτητική σύντροφος. Το πόσο οδυνηρή είναι η εγκατάλειψή της, φαίνεται κάποια στιγμή στην κάλπη.
*Καθηγητής Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας, Τμήματος Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου
