ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννος Θανασέκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 15 Φεβρουαρίου 2020, ο Αλέξης Τσίπρας προέβη, ενώπιον της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, σε έναν κριτικό απολογισμό των πεπραγμένων της «πρώτης κυβερνητικής θητείας της Αριστεράς». Οπως κάθε απολογισμός, έτσι και αυτός όφειλε όχι μόνο να εμπεριέχει στοιχεία αυτοκριτικής αλλά και να προτείνει ουσιαστικές διορθωτικές κινήσεις όσον αφορά τους στρατηγικούς στόχους ενός κόμματος που διεκδικεί θαρραλέα μια «δεύτερη φορά Αριστερά». Και έθεσε ευθέως το βασικό ερώτημα: «Πώς θα καταφέρει, τη δεύτερη φορά η Αριστερά, κερδίζοντας τις εκλογές, να αναλάβει την ευθύνη και τον έλεγχο όχι μόνο των κυβερνητικών θέσεων, αλλά και κρίσιμων αρμών της εξουσίας;».

Η φράση έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Την επομένη, η Ν.Δ. και τα «επιτελικά» της ΜΜΕ ούρλιαζαν, έσκιζαν τα ρούχα τους: Ο ΣΥΡΙΖΑ υπόσχεται, σε περίπτωση επανεκλογής του, την «άλωση του κράτους», ένα «κράτος-κομματικό λάφυρο», ένα «κράτος-κόμμα», ο «Τσίπρας νέος Στάλιν»… και τι δεν ακούσαμε εκείνες τις μέρες. Ωστόσο, έντονες αντιδράσεις και βολές κατά του προέδρου δεν έλειψαν και εντός του ΣΥΡΙΖΑ. Πολλά στελέχη διαμαρτυρήθηκαν και κατήγγειλαν την «ερώτηση» αυτή καθαυτή ως «θεσμικά επικίνδυνη», ως «θεσμική απρέπεια», ειδικά δε στο πλαίσιο της στρατηγικής διεύρυνσης του κόμματος που επιβάλλει το αντίθετο, δηλαδή τον «θεσμικό καθωσπρεπισμό»!

Ωστόσο, με τη «φράση» αυτή ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ δεν είπε παρά το αυτονόητο για ένα κόμμα που διεκδικεί την εξουσία – ακόμα και στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Πώς θα μπορέσει ένα κόμμα να προωθήσει και να υλοποιήσει τους πολιτικούς προσανατολισμούς και στόχους για τους οποίους δεσμεύτηκε απέναντι στη λαϊκή εντολή, αν δεν αδράξει ακριβώς τους «κρίσιμους αρμούς της εξουσίας», τους αρμούς του κράτους και ιδιαίτερα δε του «βαθέος κράτους»; Η ερώτηση κάθε άλλο παρά ρητορική ήταν και είναι. Συνάδει όχι μόνο με τα στοιχειώδη πορίσματα της πολιτικής κριτικής σκέψης και θεωρίας περί κράτους και κόμματος, αλλά και με την ιστορική εμπειρία από τη σύσταση των νεωτερικών πολιτικών συστημάτων. Ακόμα και υπό την έννοια του «κοινού συμφέροντος» που υποτίθεται ότι διασφαλίζει το κράτος, τα εκάστοτε κόμματα που διεκδικούν την εξουσία έχουν διαφορετική αντίληψη και προσέγγιση των «κοινών».

Δυο λόγια για να ξεκαθαριστεί μια σύγχυση. Αλλο «κράτος-εξουσία» και άλλο «δημόσια διοίκηση». Αναμφίβολα, η δημόσια διοίκηση, ως θεσμός, διέπεται από εσωτερικούς κανόνες που διασφαλίζουν τόσο τη συνέχισή της όσο και τη διαφάνεια και τη λογοδοσία της. Για να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο έργο της, οφείλει κατά συνέπεια να στελεχωθεί με το απαραίτητο ικανό προσωπικό και γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να υπόκειται σε αξιολόγηση – η «κομματική ταυτότητα» δεν αποδίδει αυτόματα τίτλους διαχειριστικών ικανοτήτων. Ωστόσο, σε όλες τις περιπτώσεις, η «δημόσια διοίκηση» είναι εκεί για να διεκπεραιώνει τις πολιτικές που εκπονούν το ή τα κόμματα που κατέχουν τους «κρίσιμους αρμούς της εξουσίας» κατ’ εντολή της λαϊκής ετυμηγορίας. Ειρήσθω εν παρόδω, σήμερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και αλλού, η εν λόγω «δημόσια διοίκηση» έχει κατεβάσει τα μολύβια, το έργο της εκτελείται από ιδιωτικά τεχνοκρατικά γραφεία μάνατζερ. Τα «γαλάζια παιδιά» είναι εκεί για τους μισθούς τους.

Κοντά έναν χρόνο και έξι μήνες μετά την εκφώνηση αυτής της επίδικης ερώτησης –που κλόνισε τον «θεσμικό καθωσπρεπισμό»– αυτός ο ίδιος ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. αλλάζει φύρδην-μίγδην ρότα, περνάει στην αντίπερα τοποθέτηση: Το πρώτο βασικό θέμα της ομιλίας του στις 19 Σεπτεμβρίου από τα έδρανα της ΔΕΘ αφιερώθηκε, αποκλειστικά, όχι στην αναθεώρηση, αλλά στην πλήρη αποδόμηση και ακύρωση της εν λόγω «ερώτησης».

Προέβη αναπάντεχα στην αποθέωση ενός «ουδέτερου» κράτους, ενός κράτους άνω και πέραν των κομμάτων, υπεράνω των ταξικών συμφερόντων και ανταγωνισμών που εκπροσωπούν, εν ολίγοις ενός α-κομματικού κράτους αποκλειστικά «αξιοκρατικού» και «αποτελεσματικού»! Μια τέτοια αντίληψη του κράτους και των σχέσεων κράτους/κομμάτων μάς αφήνει άφωνους. Παραδόξως πώς, είναι εφάμιλλη αυτής που εκπονήθηκε από τους πάλαι ποτέ δογματικούς φιλελεύθερους (τους θεωρητικούς του «laissez faire, laissez passer»). Η σύγχυση φτάνει στο αποκορύφωμα όταν γνωρίζουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. είναι υπέρμαχος του κρατικού παρεμβατισμού και της αποκατάστασης του κοινωνικού κράτους. Πώς να επιτευχθεί κάτι τέτοιο χωρίς τον έλεγχο των «κρίσιμων αρμών της εξουσίας»;

Από το βήμα λοιπόν της ΔΕΘ, είμαστε πλέον εν όψει ενός «νέου κράτους», ουδέτερου, υπεράνω των κομμάτων, που συνάδει με τη «νέα εποχή», με το «νέο (δικτυακό) σώμα της Αριστεράς» και με τη «νέα αρχή». Η πληθωρική χρήση του όρου «νέου» –όπως και κάθε λέξης– κουράζει… Η «ερώτηση» του Φεβρουαρίου 2020 παραμένει ωστόσο ανοιχτή. Αν δεν είναι τα κόμματα που ελέγχουν τους «αρμούς της εξουσίας», ποιος τους ελέγχει; Η αγορά; Μια «ανεξάρτητη», «ουδέτερη» και «αξιοκρατική» τεχνοκρατική δομή;

Δεν θα αναφερθώ στις άλλες ουσιαστικές ελλείψεις της ομιλίας του Τσίπρα στη ΔΕΘ, πολλοί άλλοι αναλυτές και σχολιαστές, εντός και πέριξ του ΣΥΡΙΖΑ, τις εντόπισαν σωστά και εν καιρώ.

* καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Βρυξέλλες