Μελετώντας την «Εποχή των Ακρων» του Ερ. Χόμπσμπαουμ παρατηρεί κάποιος την τεράστια δύναμη της Ιστορίας για την ερμηνεία και την κατανόηση του παρόντος. Το παρόν συνομιλώντας με το παρελθόν αναδεικνύει δύο πρωταγωνιστές, τη Γερμανία και την Ελλάδα, που εναλλάσσονται στον ρόλο του οφειλέτη τραγικά και ειρωνικά.
Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η κατάδειξη της άνισης μεταχείρισης των δύο αυτών χωρών: της Γερμανίας τού άλλοτε, όταν αυτή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των πιστωτών της και επωφελήθηκε μιας ευνοϊκής μεταχείρισης που την κατέστησε παγκόσμια δύναμη, και της Ελλάδα τού σήμερα που οι έμμονες απαιτήσεις των πιστωτών την εμποδίζουν να απεμπλακεί από το οικονομικό τέλμα στο οποίο έχει εγκλωβιστεί τα τελευταία χρόνια.
Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1920 με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, οι νικήτριες δυνάμεις των συμμάχων επέβαλαν στην ηττημένη Γερμανία να καταβάλει υπέρογκα χρηματικά ποσά στις χώρες που κατέστρεψε και την εξανάγκασαν σε επαχθή δανεισμό, κυρίως από τις ΗΠΑ, προκειμένου να ανταποκριθεί στις αποζημιώσεις αυτές.
Η απόφαση αυτή των συμμάχων είχε περισσότερο πολιτικό παρά οικονομικό σκοπό: να διατηρούν τη γερμανική παραγωγή σε καταστολή για λόγους δικής τους ασφάλειας και να χρησιμοποιούν το χρέος ως μοχλό πολιτικής πίεσης.
Ομως, η Γερμανία με τον επαχθή αυτό δανεισμό που της επιβλήθηκε ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των αποζημιώσεων βυθίστηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε μια πιστοληπτική άβυσσο.
Τότε ήταν η εποχή κατά την οποία ο Τζον Μ. Κέινς άσκησε δριμεία κριτική στη Συνθήκη των Βερσαλλιών υποστηρίζοντας πως θα ήταν αδύνατο να αποκατασταθεί ένας σταθερός φιλελεύθερος πολιτισμός και μια σταθερή οικονομία στην Ευρώπη χωρίς την ανοικοδόμηση της γερμανικής οικονομίας.
Στην πορεία, τα χρέη της Γερμανίας όχι μόνο παραγράφηκαν αλλά χρηματοδοτήθηκε η ανασυγκρότηση της οικονομίας της μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ.
Σήμερα, η γερμανική οικονομία έχει πλέον καταστεί πανίσχυρη και στον ρόλο του οφειλέτη βρίσκεται η Ελλάδα, μια χώρα με αδύναμη παραγωγική βάση και βυθισμένη στα χρέη, που εξαναγκάζεται να αποπληρώνει δάνεια με νέα δάνεια.
Η λογική είναι αντίστοιχη: Η εξάρτηση μιας μεσογειακής χώρας-κλειδί από πιστώσεις ώστε να παραμένει έρμαιο στις ορέξεις των διεθνών πιστωτών και των Ευρωπαίων εταίρων.
Το παράδοξο και συνάμα απογοητευτικό είναι ότι μια χώρα (η Γερμανία), η οποία ωφελήθηκε τα μέγιστα από την ευνοϊκή ρύθμιση των χρεών της που γνώρισε τότε, σήμερα αρνείται επίμονα η ίδια να πράξει το ίδιο για μια χώρα που στο παρόν βρίσκεται σε αντίστοιχη κατάσταση με εκείνη.
Το γεγονός αυτό μας οδηγεί στο εξής συμπερασματικό δίπολο: ή η Γερμανία έχει άγνοια των διδαγμάτων της Ιστορίας της, οπότε ξεχνάει πως για να αναπτυχθεί μια χώρα χρειάζεται ευνοϊκή μεταχείριση του χρέους της, ή σκόπιμα και συνειδητά αποβλέπει στο να καταστεί η Ελλάδα έρμαιο των ορέξεων των διεθνών και Ευρωπαίων πιστωτών μας.
Ανεξαρτήτως της έκβασης της κυβερνητικής διαπραγμάτευσης η Ευρώπη καλείται να αντλήσει σοφία από την Ιστορία της. Παραφράζοντας τον Ερ. Χόμπσμπαουμ, εάν η Ευρώπη θέλει να έχει αναγνωρίσιμο μέλλον δεν μπορεί να συνεχίσει να παρατείνει το παρελθόν ή το παρόν. Ας μη χαρακτηριστεί ο 21ος αιώνας «αιώνας της καταστροφής» όπως και ο προηγούμενος.
*αποφοίτος Οικονομικού ΑΠΘ
