Σκέψεις σχετικά με το θέμα του συμφώνου συμβίωσης μεταξύ ομοφυλόφιλων και της υιοθεσίας παιδιών από ομοφυλόφιλα ζευγάρια.
Α. Πάταξον μέν ἄκουσον δε
Καταρχάς ο γράφων νιώθει την ανάγκη να διατυπώσει μια ευχή αλλά και πρόσκληση. Τα θέματα στα οποία θα αναφερθώ, έχουν να κάνουν με συνήθειες, παραδόσεις, απόψεις, οι οποίες αποτελούν κομμάτι του βαθύτερου πυρήνα και ίσως ενός από τους πιο «σκληρούς» πυρήνες της ταυτότητας μας, ως ανθρώπων (μαζί με τα εθνικά και τα θρησκευτικά συναισθήματα, ενδεχομένως και τα οπαδικά!).
Είναι πιθανόν λοιπόν, διότι είναι ανθρώπινο, η συζήτηση σχετικά με αυτά τα ζητήματα, να δημιουργεί αναταραχή έως και παθιασμένες αντιδράσεις – και αυτό, από κάθε πλευρά.
Επιπλέον, είναι θέματα τα οποία η συντηρητική και ιδιαίτερα η ακροδεξιά παράταξη, θα χειριστεί με ανορθολογικό τρόπο, απευθυνόμενη αποκλειστικά και μόνον στο «συναίσθημα», στις «προαιώνιες βεβαιότητες» και θα επιδιώξει να κλείσουν τα αυτιά του κοινού της στην αναλυτική σκέψη, στο διάλογο.
Θα επιδιώξει να προκαλέσει, επίσης, επιδερμικές και μονοδιάστατες συναισθηματικές αντιδράσεις από την άλλη πλευρά, την πλευρά της δημοκρατίας και των κινημάτων.
Για όλα αυτά τα παραπάνω, συν τον επιπλέον λόγο, ότι η Αριστερά οφείλει να είναι φορέας δημοκρατικού και ανοιχτού διαλόγου, κριτικής σκέψης και ενός αρμονικού «μείγματος» ορθολογισμού και συναισθήματος, με αφετηριακό στοιχείο της το γεγονός ότι θέλει να πείσει κι όχι να μιλά με αυτονόητα, θα ζητούσα, λοιπόν, από τον αναγνώστη να ασχοληθεί με τις παρακάτω σκέψεις, και ιδιαίτερα με το μέρος για την υιοθεσία, με την υπομονή και τη νηφαλιότητα, που αξίζει και χρειάζεται.
Το θέμα του «γάμου», δηλαδή του συμφώνου συμβίωσης, είναι σαφώς πιο εύκολο, συζητήσιμο, και αποδεκτό.
Το θέμα της υιοθεσίας παιδιών – πέραν του ότι είναι ελάχιστα συζητημένο – εγείρει πολλά ερωτήματα, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, και απαιτεί, κατά τη γνώμη μου, μακρά και πολύπλευρη συζήτηση.
Είναι κάτι που μπορεί να ανατρέψει την εικόνα του φύλου, των οικογενειακών σχέσεων, της ανατροφής των παιδιών και, τέλος, της ψυχοσυναισθηματικής εξέλιξης για πολλές γενιές.
Β. Για το «γάμο».
Επανέρχεται στην επικαιρότητα το θέμα του «γάμου» μεταξύ ομοφυλοφίλων.
Κατ’ αρχήν, το γεγονός ότι συζητείται ανοιχτά, εδώ και χρόνια πλέον, η ύπαρξη της ομοφυλόφιλης αλλά και της αμφίφυλης σεξουαλικότητας είναι – εν δυνάμει – αντίστοιχης, ίσως και ισχυρότερης, ριζοσπαστικότητας με την συζήτηση για το δικαίωμα στη σεξουαλικότητα των γυναικών και για την ισότητα, που άνοιξε πριν δεκαετίες. (Αυτή η συζήτηση – δηλαδή για τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τα δικαιώματα των γυναικών – άγγιζε και αφορούσε και τη σεξουαλικότητα γενικά, καθόσον το θέμα ήταν, μέχρι τότε, σε μεγάλο βαθμό ταμπού και για τους άντρες, και «διπλό» ταμπού για τις γυναίκες).
Η σεξουαλικότητα έρχεται πάντα να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα και «το νόμο και την τάξη». Αρκεί να σκεφτεί ο καθένας μας τι του συμβαίνει και τι κάνει όταν επιθυμεί, όταν ερωτεύεται!
Δεν υπάρχει πλέον θέση για ωράρια εργασίας και για συμβατικότητες, μέχρι που …. κρύβονται και οι βέρες!
Στις αρχές του 20ου αιώνα η ψυχανάλυση με το Φρόυντ διαπίστωσε και τόλμησε να διατυπώσει ανοιχτά το ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν μέσα τους, εντελώς φυσιολογικά, ετεροφυλόφιλα και ομοφυλόφιλα στοιχεία.
Πράγμα που ήταν γνωστό και στην πράξη αλλά και από την τέχνη, αλλά παρέμενε απωθημένο, ενοχοποιημένο και καταπιεσμένο από τις φαλλοκρατικές και εξουσιαστικές λογικές. Λογικές κύρια των «αντρακιών» – αλλά και των «αμαζόνων». (Πρόκειται για δύο κατηγορίες ανθρώπων, οι οποίοι ανήκουν στους «γράφοντες» την «επίσημη» ιστορία και τους νόμους).
Δεν θα πρέπει να αναρωτηθούμε, και ιδίως αυτοί που αντιτίθενται με λυσσασμένη μανία (και γιατί άραγε;) στην αμφίφυλη φύση μας, γιατί οι κοινωνίες, στις πιο αυταρχικές και συντηρητικές φάσεις τους κυνηγούν κάθε μορφή σεξουαλικότητας που διαφέρει από την φαλλοκρατική, ετερόφυλη, δήθεν φυσιολογική και δήθεν μονογαμική αντίληψη;
Η ναζιστική Γερμανία, όπου καταδιώχθηκαν και εξοντώθηκαν και οι ομοφυλόφιλοι – μαζί με τους εβραίους, τους Τσιγγάνους, τους ψυχιατρικούς αρρώστους, τους δημοκράτες και κομμουνιστές. Στη Γερμανία των 3 Κ για τις γυναίκες (Kinder, Küche, Kirche / Παιδιά, Κουζίνα, Εκκλησία)·
Η σταλινική ΕΣΣΔ με την υπαναχώρηση από τα ριζοσπαστικά βήματα των πρώτων χρόνων της επανάστασης, με τις διώξεις των ομοφυλοφίλων και την στήριξη της «παραδοσιακής» οικογένειας·
Η στάση του πουριτανικού τμήματος της κοινωνίας των ΗΠΑ απέναντι στη σεξουαλικότητα και τις «ανορμάλ» τάσεις, στην «απιστία» κλπ, είναι καταστάσεις οι οποίες οφείλουν να μας «ψυλλιάσουν».
Είναι απαραίτητο και στοιχειώδες δικαίωμα το να υπάρξει μια θεσμοθετημένη μορφή συμβίωσης που θα δίνει τα ίδια δικαιώματα με τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια.
Ταυτόχρονα αυτό το δικαίωμα θα πρέπει να επεκταθεί σε άλλες μορφές κοινής ζωής. Σε ετεροφυλόφιλα ζευγάρια που δεν συμφωνούν με τους συμβολισμούς που έχει ο γάμος (είτε θρησκευτικός είτε πολιτικός), ίσως και σε συγγενείς ή φίλους που βρέθηκαν να ζουν μαζί κ.α.
‘Όμως, ταυτόχρονα και πέρα από τα ζητήματα κληρονομικής, νομικής κ.λπ φύσης στα οποία οφείλει να απαντά μια θεσμικά αναγνωρισμένη μορφή συμβίωσης, υπάρχει και το συμβολικό, ιδεολογικό κομμάτι το οποίο τη συνοδεύει. Κομμάτι το οποίο είναι εξίσου σημαντικό.
Η έννοια του γάμου δεν έχει να κάνει μόνο, ούτε κυρίως με τα «διαδικαστικά». Είναι φορτισμένη ιστορικά, πολιτισμικά, ιδεολογικά. Μεταξύ άλλων, με το θρησκευτικό στοιχείο και με τη νομιμοποίηση της σεξουαλικότητας – όσο και αν αυτό το τελευταίο στοιχείο έχει, ευτυχώς, υποχωρήσει τις τελευταίες 2-3 δεκαετίες.
Το να κατανοηθεί ως «γάμος» η αναγνωρισμένη από την πολιτεία συμβίωση μεταξύ ομοφυλοφίλων, θα παραπέμπει αναπόφευκτα και στους συμβολισμούς που συνοδεύουν την έννοια «γάμος». Αυτό, νομίζω, θα οδηγούσε τη συζήτηση σε λάθος πεδίο.
Θα πρέπει να διαφοροποιήσουμε, και στην αντίληψη και στην πράξη, τις έννοιες «κοινή ζωή, συμβίωση» και «γάμος».
Τα συντηρητικά τμήματα του πολιτικού κόσμου, της εκκλησίας και της κοινωνίας θα θελήσουν να δημιουργήσουν αντιπαράθεση, και δη οξεία, σε επίπεδο «παραδόσεων» και «φυσιολογικότητας». Δηλαδή θα οχυρωθούν πίσω από το ότι γάμος = τεκνοποίηση, ευλογία του Θεού, «νορμάλ» σεξουαλικότητα κλπ.
Αλλά ως αριστερά δεν πρέπει να μπούμε στο «δικό» τους πεδίο.
Ας αφεθεί η έννοια και ο όρος «γάμος» για εκεί όπου η ιδέα αυτή λειτουργεί (πρακτικά ή / και φαντασιακά). Να είναι μία τελετουργία (ιερή ή κοσμική) για εκείνους που νιώθουν την ανάγκη της.
Όσο για το στοιχείο της γιορτής, που συνοδεύει αυτές τις στιγμές, δεν χρειάζεται ούτε παπά ούτε δήμαρχο ούτε συμβολαιογράφο!
Παραπέρα: η όποια θεσμική πράξη δεν μπορεί να αφορά ή να υπονοεί τη νομιμοποίηση της σεξουαλικότητας σε οιαδήποτε μορφή της.
Παλιότερα, έτσι λειτούργησε ο γάμος. Δηλαδή νομιμοποιητικά για τη σεξουαλικότητα. Και, ίσως, έτσι λειτουργεί ακόμα σε συντηρητικά-φοβικά κομμάτια της κοινωνίας. Οι άνθρωποι και τα κινήματα πάλεψαν για να μην υπόκειται η σεξουαλικότητα στην άδεια του Νόμου (εκτός δύο περιπτώσεων).
Σε επίπεδο Πολιτείας αυτό που μπορεί και οφείλει να γίνει, είναι η εγγύηση των δικαιωμάτων αλλά και των υποχρεώσεων των ανθρώπων που ζουν μαζί (έτερο- ή ομοφυλόφιλων) , καθώς και η προστασία από ρατσιστικές και ομοφοβικές πρακτικές, από την ενδοοικογενειακή βία, τα δικαιώματα των παιδιών κι όχι η νομιμοποίηση της ομοφυλόφιλης σεξουαλικότητας. (Τότε να ζητήσουμε νόμο και για τις «μη ορθόδοξες» πρακτικές: πεολειχία, πρωκτική διείσδυση κλπ, με το φόβο ότι κάποιοι φανατικοί θα μπορούσαν να τις θέσουν υπό διωγμό όπως συμβαίνει π.χ. σε πολιτείες των ΗΠΑ!).
Η σεξουαλικότητα αφορά την ιδιωτική σφαίρα – εκτός των περιπτώσεων βιασμού και παιδοφιλίας. Την κοινωνική σφαίρα αφορά ο σεβασμός του άλλου και των επιλογών του.
Και ένα τελευταίο σημείο: το να ζητούν (υπενθυμίζω ότι το κείμενο πρωτογράφηκε πριν από μερικά χρόνια, όπου το θέμα συζητιόταν και ως «γάμος») οι ομοφυλόφιλοι, τα κινήματα και τα κόμματα, που τους συμπαρίστανται «γάμο» έχει και ένα διασκεδαστικό στοιχείο… «αριστερού» συντηρητισμού!
Διότι: ίσως να σκέφτεται κανείς ότι η ελληνική κοινωνία θα δεχόταν, σχετικά πιο εύκολα, «γάμο ομοφυλοφίλων με δήμαρχο και με κουμπάρο», παρά συμβίωση μέσω μίας νομικής ή συμβολαιογραφικής πράξης.
Αλλά: για ένα κίνημα που, εν δυνάμει, μπορεί να αναταράξει τα ζητήματα της σεξουαλικότητας, της επιθυμίας και της «Αγίας» Οικογένειας, και μάλιστα όταν αυτό το μοντέλο οικογένειας βρίσκεται σε κρίση, το να ζητά « γάμο » έχει κάτι το οξύμωρο! Είναι κάτι σαν … δήλωση νομιμοφροσύνης!
Γ. Σχετικά με την υιοθεσία.
Πριν διατυπώσουμε γνώμη επ’ αυτού, ας αναρωτηθούμε πάνω στον ερχομό ενός παιδιού…
Ο ερχομός ενός παιδιού στον κόσμο δεν είναι ούτε ένα απλό βιολογικό/σεξουαλικό συμβάν, ούτε αποκλειστικά ο καρπός τις επιθυμίας των δύο γονιών. Είναι, επίσης, το αποτέλεσμα της συνάντησης δύο ατόμων διαφορετικών (έτερων). «Έτεροι» ως προς το ότι είναι δύο διαφορετικοί άνθρωποι, αλλά και ως φύλα. (Συστατικό μέρος της ετερότητας αποτελεί και η ετερότητα του φύλου).
Το παιδί, λοιπόν, εγγράφεται, μέσω και αυτής της συνάντησης-συνεύρεσης των δύο γονιών, στη διαλεκτική της διαφορετικότητας, των διακριτών, διαφορετικών κόσμων.
Και μάλιστα, αυτή η έγγραφή αρχίζει να συμβαίνει ήδη πριν από τη γέννηση του (δηλαδή στη φαντασία και τους συμβολισμούς των γονιών του). Αυτή η εγγραφή, αυτή η πραγματικότητα της διαφορετικότητας, περιέχει και συμπεριλαμβάνει κάτι το «αναπότρεπτο»,
το «αμείλικτο».
Είναι θεμελιώδης και θεμελιώνουσα, τόσο για την ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του ατόμου όσο και για το κοινωνικό σύνολο.
Αυτό συμβαίνει διότι συμβάλλει, μαζί και με άλλους παράγοντες, στη δημιουργία του συμβολικού χώρου στον ψυχισμό.
Ο συμβολικός χώρος είναι αυτός που παραπέμπει στο « άπιαστο », στην θεμελιώδη «ανημποριά» της ύπαρξής μας. Δηλαδή στην «ανημποριά», στο «αδύνατον» τού να είμαστε το Παν και τού να υλοποιούμε την κάθε επιθυμία μας.
Ο συμβολικός χώρος, είναι ο χώρος της αποδοχής του γεγονότος ότι, πάντα θα υπάρχει κάτι πιο δυνατό από μας: ο Θάνατος, η φύση (στην αντιδιαστολή της με την ανθρωπότητα) και το κοινωνικό σύνολο δλδ η ανθρωπότητα. Για αρκετούς, και ο Θεός.
«Στον κόσμο ερχόμαστε και συναντάμε πέντε προϋπάρχοντες διακριτούς, διαφορετικούς κόσμους: οργανικός- ανόργανος κόσμος, άνθρωπος – ζωικό βασίλειο, νεκροί-ζωντανοί, ενήλικες- παιδιά, αρσενικό-θηλυκό» (Michel Schneider, γάλλος ψυχαναλυτής, Big Mother : Psychopathologie de la vie quotidienne – Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής 2002, εκδ. Odile Jacob, Παρίσι).
Αυτοί οι κόσμοι υπάρχουν πέρα και έξω από τη θέληση και τη δράση μας. Τους βρίσκουμε δεδομένους.
Η αποδοχή, τόσο της ύπαρξης αυτών των διακριτών κόσμων όσο και της αναγκαιότητας να διατηρηθούν τα όρια μεταξύ τους – αποδοχή που «πάει πέρα» από τη θέληση μας, πέρα από το τι θα επιθυμούσαμε και το τι φανταζόμαστε – είναι θεμελιώδης για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του ατόμου και για τη ζωή σε πλαίσια κοινωνίας.
Φυσικά υπάρχουν πόροι και περάσματα μεταξύ αυτών των κόσμων, αλλά τα όρια μεταξύ τους είναι σαφή και ,κατά τη γνώμη μου, οφείλουν να παραμείνουν σαφή τόσο στην «απτή» πραγματικότητα ( στο τι κάνουμε ) όσο και στο μυαλό μας.
Αυτή η διαφορετικότητα δημιουργεί ένα χάσμα στον ψυχικό κόσμο. Ας μην τρομάζει αυτός ο όρος. Χάσμα δε σημαίνει πάντα κενό, άδειο, θάνατος.
Το χάσμα αυτό θα έλθουν και θα προσπαθήσουν να το καλύψουν:
α. στην αρχή της ζωής μας, η παιδική ψευδαίσθηση ότι μπορεί να γεμίσει, η ψευδαίσθηση της απόλυτης πληρότητας.
β. Στη συνέχεια της ζωής, ωριμάζοντας, θα προσπαθούν να το γεφυρώσουν η φαντασία, η δημιουργικότητα, η αναζήτηση του έτερου , του διαφορετικού.
Και γ. κάποια στιγμή, ή μάλλον κάποιες στιγμές, θα υπάρχει η γαλήνια αποδοχή τού ότι, αυτό το χάσμα δεν θα γεμίσει πραγματικά ποτέ.
Ίσως σ’ αυτή την δυσκολία αποδοχής, μια αποδοχή δύσκολη για το ναρκισσισμό μας, να ταιριάζει ο μύθος του Ανδρόγυνου από το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα.
Το «Ανδρόγυνο» είναι μια εικόνα, μια μεταφορική έκφραση, μια ερμηνεία της αέναης αναζήτησης του ανθρωπίνου όντος για ολοκληρωτική πληρότητα (με ότι μπορεί να σημαίνει ο όρος ολοκληρωτική!!!). Ενός όντος σημαδεμένου από το-έλλειμμα-του-είναι ή του-υπάρχειν (manque-à-être, από τη γαλλική ψυχαναλυτική ορολογία).
Ας υπενθυμίσουμε εδώ ότι, εμείς, οι κοινοί θνητοί, ταλαντωνόμαστε συνεχώς ανάμεσα σε δύο πόλους: από τη μία η ανάγκη της απόλυτης πληρότητας (επιστροφή στη νιρβάνα της εμβρυακής ζωής) και από την άλλη η ανάγκη της απόλυτης ελευθερίας.
Και οι δύο ανάγκες, αν μπορούσαν, με ένα μαγικό τρόπο, να εκπληρωθούν, θα οδηγούσαν στον ( ψυχικό) θάνατο. Από (ψυχική) ασφυξία και ανία στην πρώτη περίπτωση, από αδυναμία και μοναξιά στη δεύτερη.
Αυτός, λοιπόν, ο χώρος (δηλαδή το χάσμα που προαναφέραμε) με το θεμελιακό έλλειμμα, το οποίο ουδέποτε πληρούται στο 100%, είναι από αυτούς που θεμελιώνουν και το συμβολικό πεδίο.
Σηματοδοτείται δηλαδή, ότι υπάρχει κάτι έξω από εμάς, πέρα κι έξω από την παντοδυναμία της επιθυμίας μας και το οποίο οφείλουμε να αποδεχτούμε. Στο οποίο οφείλουμε να υπαχθούμε.
Όταν μιλώ για «αποδοχή», αναφέρομαι στην αποδοχή στο επίπεδο της «απτής» πραγματικότητας, της πράξης και όχι στο επίπεδο της φαντασίας. Διότι η φαντασία είναι ο χώρος – και, μάλλον, ο μοναδικός – της Απόλυτης Ελευθερίας.
Αυτή η εγγραφή του διαφορετικού σε συμβολικό επίπεδο είναι που δημιουργεί τον ψυχικό χώρο μέσα στον οποίο θα βιωθεί το θεμελιακό έλλειμμα-του-όντος και όπου θα αναπτυχθεί η επιθυμία του παιδιού.
Τα ανωτέρω πράγματα είναι σημαντικά για την κατοπινή ανάπτυξη του παιδιού ως αυτόνομου υποκειμένου (αυτόνομου σε αλληλεπίδραση και συνεργασία με τους άλλους, και όχι «αυτόνομου»/μόνου νάρκισσου), για την ανάπτυξη της φαντασίας και του ερευνητικού-δημιουργικού πνεύματος και για την αποδοχή των ορίων και του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης.
Το τελευταίο σημείο, νομίζω πως αποτελεί ζήτημα υψίστης σημασίας. Μιλάμε για αποδοχή, όχι με υποτακτικό-μοιρολατρικό τρόπο αλλά με την έννοια της ελευθερίας ως «γνώση της αναγκαιότητας» (Ένγκελς), ως αρχή της πραγματικότητας ( ψυχανάλυση).
Περί υιοθεσίας, λοιπόν…
Έχω σοβαρά ερωτηματικά για την υιοθεσία από ομοφυλόφιλα ζευγάρια, διότι λείπουν, κατά τη γνώμη μου, τα παραπάνω στοιχεία.
Αντίστοιχα ερωτηματικά θεωρώ ότι εγείρονται και σε ότι αφορά την κλωνοποίηση, τη παραγωγή (παραγωγή..!) εμβρύων από 2 ωάρια, των πεισματικά (εγκληματικά, να λέγαμε, για την ψυχή της γυναίκας και του άντρα;) επαναλαμβανόμενων αποπειρών τεχνητής γονιμοποίησης.
«Στεγνά» επιστημονικά και μηχανιστικά είναι άκρως ενδιαφέρουσες καταστάσεις και πειράματα. Όμως, επειδή δεν είμαστε μηχανές αλλά άνθρωποι, οι επιπτώσεις, φοβάμαι, ότι μπορεί να είναι αρνητικές.
«Η ψυχανάλυση επιβεβαιώνει την αρχαία θρησκευτική διαίσθηση ότι ο μόνος τρόπος για να πετύχουμε την ευτυχία είναι να αποδεχόμαστε περιορισμούς με πνεύμα ευγνωμοσύνης και μεταμέλειας, αντί να επιχειρούμε να ακυρώσουμε τους περιορισμούς αυτούς ή να αγανακτούμε μ’ αυτούς…..Η νεωτερική τεχνολογία έχει επιτύχει τόσο πολλές τεχνολογικές ανακαλύψεις, ώστε σήμερα δυσκολευόμαστε να φανταστούμε όρια στη συλλογική ανθρώπινη επινοητικότητα» («Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, Κρίστοφερ Λας 1979. Εκδ. Νησίδες, σελ 234-235).
Ακόμα και στην περίπτωση όπου δεν θα υπάρξει υιοθεσία αλλά γονιμοποίηση κάποιας «προσωρινής, φέρουσας μητέρας» ή εάν σ’ ένα ζευγάρι λεσβιών μείνει η μία έγκυος με κάποιον άντρα, και σε αυτές τις περιπτώσεις λείπει: η αποδοχή – τόσο στο πραγματικό πεδίο όσο και στο συμβολικό- της διαφορετικότητας ως θεμελιακού στοιχείου στη γέννηση ενός ανθρώπινου όντος.
Εννοώ αποδοχή επί της ουσίας. Γιατί στα λόγια (και στη χώρα μας από λόγια είμαστε «μανούλες»…) μπορεί να πει κάποιος ότι: αφού υπήρξε άντρας ποιο είναι το πρόβλημα;
Μα ακριβώς αυτό που συμβαίνει είναι κάτι άλλο: δεν υπήρξε άντρας, πόσο μάλλον πατέρας. Υπήρξε ένας απλός, νέτος-σκέτος σπερματοδότης. Και η φέρουσα μητέρα, όπως την αποκαλεί το πολιτικώς ορθόν λεξιλόγιο, δεν είναι παρά φέρουσα μήτρα.
Το παιδί εγγράφεται στη λογική του «ιδίου», της «ταύτισης», της «φαντασιακής ψευδαίσθησης πληρότητας».
Σε μία λογική ολοκληρωτική όπου:
α. από τη μία, τα πράγματα είναι υπερβολικά απτά, «πραγματικά». «Πραγματικά» υπό την έννοια του πραγμοποιημένου. Πραγμοποιημένο σημαίνει ένα «κατιτίς» που γίνεται «πράμα» κι όχι άνθρωπος.
Να το πούμε αλλιώς: «Κάποιος κύριος έβαλε ένα σπερματοζωάριο για λογαριασμό ενός ζευγαριού που δεν «μπορεί» να κάνει αλλιώς». Στην πραγματικότητα όμως το ζευγάρι «μπορεί αλλά δεν θέλει».
Μπορεί, δηλαδή να αποδεχτεί να μην έχει παιδί. Δεν «θέλει» όμως να αποδεχτεί τα όρια που θέτει η επιλογή του… Και φυσικά είναι δικαίωμα του καθενός «να μην θέλει», αλλά αυτό το «δεν θέλω» είναι άραγε χωρίς συνέπειες;
β. από την άλλη, τα πράγματα κινούνται, εξίσου υπερβολικά, στο χώρο της παντοδυναμίας του φαντασιακού (δηλαδή: επειδή «θέλω», και μιας και η τεχνική και η επιστήμη μου δίνουν τις δυνατότητες, άρα και «μπορώ» ).
Φοβάμαι ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο υλοποιείται μία πρακτική ναρκισσιστικής παντοδυναμίας. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι: Είμαστε υπεράνω και πέραν των ορίων.
Η υιοθεσία παιδιών από άτομα που δεν μπορούν να κάνουν παιδί – πχ ασθένεια, στειρότητα, ηλικία – δεν κινείται στην ίδια λογική, ως προς το ζήτημα που αναφέρω, δηλαδή με την υιοθεσία παιδιών από άτομα που θα μπορούσαν να κάνουν παιδιά αλλά έχουν κάνει μια επιλογή που τους «αυτοαποκλείει» ντε φάκτο από την παραπάνω διαδικασία.
Διότι η ομοφυλόφιλη επιλογή εμπεριέχει, εν τοις πράγμασι, την – ως ένα βαθμό – άρνηση του άλλου φύλου, του διαφορετικού και κινείται – κυρίαρχα – από την αναζήτηση του ίδιου.
Συχνά αυτή η άρνηση είναι ασυνείδητη και αθέλητη, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός της άρνησης.
Πως όμως από το ίδιο θα «γεννηθεί» άλλο; Δηλαδή, ένα πλάσμα με προοπτική να αυτονομηθεί, να γίνει έτερο; Να γεννηθεί ψυχοσυναισθηματικά και κοινωνικά κι όχι μόνο να συλληφθεί βιολογικά.
Οι υποστηρικτές του αιτήματος υιοθεσίας, μήπως άθελά τους λαμβάνουν υπόψη μόνο την επιθυμία (κάποιων) ομοφυλόφιλων, η οποία αναγορεύεται αυτόματα και σε δικαίωμα;
Ας αναρωτηθούμε εδώ για τις ευθύνες της Αριστεράς όταν υιοθετεί οποιοδήποτε αίτημα, στο όνομα του ότι προέρχεται από μια ομάδα κοινωνικά, πολιτικά ή πολιτισμικά καταπιεσμένη. Όταν, δηλαδή, η Αριστερά συνάδει στη λογική τού: οτιδήποτε ζητά ένας καταπιεσμένος είναι αυτόματα και αυτοδίκαια σωστό λόγω της καταπίεσης που έχει υποστεί .
Άραγε οι υποστηρικτές του αιτήματος αυτού λαμβάνουν, στην πράξη, υπ’ όψη το δικαίωμα του μελλοντικού παιδιού για ανάπτυξη μέσα σε συνθήκες, που το παραπέμπουν και που εγγράφουν μέσα του τη αναπόδραστη ετερότητα, και τις επιπτώσεις σε συμβολικό επίπεδο για την κοινωνία;
Σε ότι αφορά αυτό το συμβολικό κοινωνικό επίπεδο, ένα σχόλιο: δεν έχει καμία σημασία το αν θα γίνουν πολλές ή λίγες υιοθεσίες. Σε τέτοια ζητήματα ο συμβολικός αντίκτυπος είναι πολλαπλάσιος του γεγονότος ιδωμένου αριθμητικά.
«Η “ομογονεϊκότητα” (homoparentalité) στηρίζεται σε μία σεξουαλική σχέση και σε μία δόμηση του φαντασιακού που αποκλείουν την προοπτική της μετάδοσης της ζωής. Η υιοθεσία από ομοφυλόφιλα ζευγάρια, η κλωνοποίηση είναι αυτό-γονεϊκότητα. Όταν δεν κάνουμε παιδί με έναν άλλο-έτερο, δεν θα γεννήσουμε “άλλον” αλλά ένα αντίγραφο του εαυτού μας» (Michel Schneider. Big Mother…).
Ειρήσθω εν παρόδω, ότι είναι, επίσης, λάθος να μιλάμε και για μονογονεϊκή οικογένεια. Σωστότερο είναι να μιλάμε για οικογένειες απ’ όπου λείπει ο ένας γονιός ή που είναι παρών μόνο ο ένας (κι ας είναι περιφραστικός ο ορισμός). Εκεί όπου υπάρχουν παιδιά, υπάρχουν πάντα δύο γονείς (ακόμη κι αν επρόκειτο για one night stand).
Στην παρούσα κατάσταση της κοινωνίας, δηλαδή τις 2-3 τελευταίες δεκαετίες άκρατου ατομικισμού, καταναλωτισμού και «παροντισμού» (ξεριζώματος από την αίσθηση παρελθόντος και μέλλοντος, δηλαδή ιστορικής συνέχειας και ευθύνης), όπου καλλιεργείται η ψευδαίσθηση της Παντοδυναμίας της Επιθυμίας και της δυνατότητας Υλοποίησής της, η υποστήριξη τέτοιων αιτημάτων μπορεί να φαίνεται λογική καθόσον συνάδει με το παραπάνω ρεύμα των κυρίαρχων αντιλήψεων.
Μπορεί επίσης να φαίνεται και ως προοδευτική έως και επαναστατική αφού μοιάζει να συγκρούεται με το συντηρητισμό και τον πουριτανισμό και καθότι ανταποκρίνεται σε αιτήματα πολιτών που υφίστανται ρατσιστικές συμπεριφορές.
Όμως, όπως προανέφερα, το όποιο αίτημα δεν είναι αυτόματα και θετικό, προοδευτικό, επειδή το απευθύνει μία καταπιεζόμενη ομάδα. Πρέπει να εξετάζεται σε μία συνολική λογική (αντίστοιχα: όποιος δεν συμφωνεί με κάθε αίτημα προερχόμενο από καταπιεζόμενους κάθε είδους, δεν είναι αυτόματα αντιδραστικός).
Τέλος: σε τέτοιες συζητήσεις εμφανίζεται, σχεδόν πάντα, το «συντριπτικό» επιχείρημα: μα έτσι συμβαίνει στην Ευρώπη, στη Δύση. Πέραν του αυτονόητου, πως ότι συμβαίνει στη Δύση δεν αποτελεί αυτόματα το καλό, το θετικό, την πρόοδο, ας αναρωτηθούμε και πάνω στις διαστρεβλώσεις στις οποίες οδηγεί η θεοποίηση της τεχνολογίας, της παραγωγικότητας, του ακραίου ορθολογισμού, του ξεριζώματος από το «ιερό», μια ύβρις τόσο του δυτικού πολιτισμού όσο και του καπιταλιστικού «πνεύματος».
Η συζήτηση και η, πιθανή, σύγκρουση που θα αναπτυχθούν γύρω από τα δύο θέματα – και κυρίως σχετικά με την υιοθεσία – είναι θετική και προοδευτική μόνο κατά ένα μέρος.
Είναι προοδευτική, στο βαθμό που θέτει ερωτήματα όσον αφορά το σεβασμό της διαφορετικότητας, τη σεξουαλικότητα, τη δομή της οικογένειας. Όμως από τις πλευρές που εξέθεσα παραπάνω, φοβάμαι ότι υπάρχουν προβληματικά στοιχεία.
Οι ομοφυλόφιλοι και οι οργανώσεις τους έχουν να προσφέρουν πολλά:
● στο επίπεδο της αλλαγής των συνειδήσεων, ταράζοντας τα λιμνάζοντα νερά ενός διάχυτου κομφορμισμού και συντηρητισμού όπου μας οδηγούν τόσο η κοινωνική συμπίεση και κρίση όσο και ο καταναλωτισμός
● στο να αναρωτηθούμε σχετικά με την αποδοχή του άλλου ως ανθρώπου διαφορετικού είτε είναι γυναίκα, ομοφυλόφιλος, μετανάστης, άρρωστος, συνταξιούχος, γέρος.
● στο να αναρωτηθούμε για τις ερωτικές μας σχέσεις, που ασφυκτιούν στα πλαίσια της αποκλειστικότητας, της κατοχής του άλλου και των συμπαρομαρτούντων υποκριτικών συμβιβασμών.
Τα ερωτήματα που τίθενται μπορούν να κινηθούν τόσο σε θετικά ανατρεπτική κατεύθυνση όσο και σε συντηρητική εάν, στην δεύτερη εκδοχή, υποταχθούν στη λογική της ικανοποίησης κάθε επιθυμίας πέρα και ενάντια στα θεμελιακά όρια της ανθρώπινης ύπαρξης.
Το στοίχημα είναι δύσκολο αλλά όμορφο.
*O Δημήτρης Οικονομίδης είναι ψυχίατρος – ψυχοθεραπευτής, μέλος της ΟΜ ΣΥΡΙΖΑ Νέου Κόσμου
