«Πληθυσμοί που μεταφέρουν τον δικό τους κόσμο στον δικό μας. Ζητούν τη συνύπαρξη και καλά κάνουν. Υπερασπίζονται όμως και την ταυτότητά τους και καλά κάνουν. Το ερώτημα είναι, μέσα από ποιες υπερβάσεις η συνύπαρξη θα γίνει εφικτή, αφού η δική τους ταυτότητα αναιρεί τη δική μας; Επειδή δεν έχω απάντηση, ζητώ τη βοήθεια των ειδικών. Η άποψη των φεμινιστριών για το επεισόδιο (τη φαντασιώδη παρενόχληση Πακιστανής από Πακιστανούς, Π.Α.) με ενδιαφέρει ειλικρινά» (βλ. Τ. Θεοδωρόπουλου, Ρατσιστικό επεισόδιο στην Αγία Μαρίνα, «Καθημερινή», 8-6-2021).
Αν εξαιρέσουμε την τελευταία πρόταση που φαντάζει κάπως ειρωνική, το ερώτημα του Θεοδωρόπουλου αποτυπώνει την κατ’ εξοχήν αιχμή της κλειστής μορφής κοινωνίας. Το ίδιο, ωστόσο, ανήκει στα πιο ακανθώδη προβλήματα των πολυπολιτισμικών μορφών κοινωνίας σήμερα. Προβλήματα που φαίνεται να συμπυκνώνουν μέσα τους μια μακραίωνη, ιστορική εμπειρία του φιλοσοφικού και κοινωνικού – θεολογικού στοχασμού. Δεν είμαστε, συνεπώς, οι πρώτοι που καταγίνονται με την πραγματική δυνατότητα συνύπαρξης των αλλοτρίων, των ετερογενών πληθυσμικών ταυτοτήτων, και τα δυνατά όρια υπέρβασής τους.
Ακραία, αρνητική περίπτωση οι «Ποσειδωνιάτες» του Καβάφη: Οι Ελληνες που «ανακατευμένοι με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους» άρχισαν «… να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά βγαλμένοι –ω συμφορά– απ’ τον Ελληνισμό». Τα ιστορικά παραδείγματα, αρνητικά και θετικά, θα μπορούσαν γενναία να πολλαπλασιαστούν. Να δείξουν τόσο τις αφομοιωτικές όσο και διαλλακτικές δυνατότητες συνύπαρξης των αλλοτρίων και ξένων.
Ενόψει, λοιπόν, των τραγικών ιστορικών εμπειριών του παρελθόντος, καλούμαστε να αναστοχαστούμε, επιτέλους, κριτικά το πρόβλημα. Γι’ αυτό και τίθεται αδυσώπητο το ερώτημα: Αναιρεί, πράγματι, κατ’ ανάγκην η ταυτότητα (προσωπική και συλλογική) –ταυτότητα τρόπου του βίου, πίστης, πολιτισμού, ηθών και εθίμων, κ.ο.κ.– του μετανάστη, πρόσφυγα, αλλοδαπού και ξένου τη δική μας ταυτότητα και, αντίθετα, η δική μας τη δική τους, όταν, ως ανοικτή και ελεύθερη μορφή κοινωνίας, αποφασίζουμε τη μεταξύ μας συνύπαρξη; Και τι είδους αμοιβαίες υπερβάσεις, όντως, απαιτούνται για να καταστεί μια τέτοια συνύπαρξη δυνατή;
Στις λεγόμενες κλειστές, ολοκληρωτικές μορφές κοινωνίας, το ερώτημα είναι σχεδόν ανυποψίαστο. Ή, σκόπιμα ανέντακτο στη διαφωτιστική βάσανο ενός ανυπόκριτου, συνειδητού, διαβουλευτικού λόγου. Είναι τόσο βαθιά ριζωμένες οι διανοητικές αγκυλώσεις του μονοφωνικού πολιτισμού (επί) κοινωνίας που η ίδια η κοινωνική συμπεριφορά των πολιτών εμφανίζεται αντικοινωνική, ξενοφοβική, μισόξενη, ξενηλατούσα.
Στον τρόπο σκέψης μιας τέτοιας κοινωνικής πρακτικής, η δική σου ταυτότητα είναι το μηδέν της δικής μου (βλ. ενδεικτικά: σοβιετικές, φασιστικές, μουσουλμανικές μορφές κοινωνίας). Εδώ δεν υπάρχουν δυνατότητες αυθυπέρβασης και ανάδυσης στον τόπο του Αλλου, δυνατότητες συνύπαρξης ετερογλώσσων. Είναι τόσο στεγανή και περίκλειστη μέσα της η ταυτότητα του καθενός που θέλει βίαια να καταργεί τον Αλλο, να κατακλύζει τα πάντα. Είναι η λογική του απολυτοποιημένου ταυτιστικού λόγου. Ενός τρόπου σκέψης που επί τρεις αιώνες (17ος-20ός αιώνας) ασυνείδητα μας επέβαλε, στο όνομα ενός «νοησιαρχικού διαφωτισμού», η λεγόμενη «ύστερη Νεωτερικότητα». Γι’ αυτό και η δίωξη του ξένου και όχι η φιλοξενία του ετεροφρονούντος είναι καταφανώς εγγεγραμμένη στα «μητρώα» της αστικής, μαρξιστικής και φροϋδικής φιλοσοφίας.
Το αντίθετο, ωστόσο, συμβαίνει αν δει κανείς την κοινωνία όχι ως μια ενότητα ταυτοτήτων, αλλά ως τόπο συνύπαρξης ετερόκλητων και ετερόφωνων «ψυχών» (Μπαχτίν)· ως κοινωνία με πρωταρχική συνιστώσα την ετερότητα και όχι την ταυτότητα. Ως συνένωση μιας πολυφωνίας που ελεύθερα καταφάσκει τη συνύπαρξη. Μια τέτοια πολυφωνία δεν αποσαθρώνει την ενότητα της κοινωνίας. Μοιάζει, πολύ περισσότερο, με την πολυφωνική μουσική στην οποία μπορεί να επιβιώνει η καθ’ έκαστον μοναδικότητα των συναδουσών φωνών· όπου η αντίστιξη δεν φιμώνεται, αλλά συμβάλλει στην εύηχη ευταξία κοινωνούμενης συνύπαρξης των ετεροφώνων. Μια τέτοια μορφή κοινωνίας μπορεί να παραβληθεί με τον «ήλιο» του Ιησού που ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς, δικαίους και αδίκους, αυτόχθονες και ετερόχθονες, ντόπιους και ξένους (βλ. Κατά Ματθαίον, κεφ. 5, στίχος 45).
Οπου καταφάσκεται η ελευθερία που καταξιώνει τον άνθρωπο ως τέτοιο – αυτή η ιστορικά ανεκτίμητη καινοτομία της ελληνικής φιλοσοφίας και, κυρίως, του πρώτου χριστιανισμού, εκεί η συναύγεια του κοινωνικού φαινομένου δεν μπορεί παρά να είναι η πολυχρωμία του (Μ. Βασίλειος). Μια πολυχρωμία που αποτελείται «εξ είδη διαφερόντων και όλως ετέρων πολιτών» (Αριστοτέλης), από ομοιότητες και ανομοιότητες, ταυτότητες και ετερότητες, εναντιότητες και διαφορές (Δ. Αρεοπαγίτης).
Στον πυρήνα μιας τέτοιας μορφής κοινωνίας, η ετερότητα του ξένου παραπέμπει σε μια παραδοξολογική αμφισημία που αρνείται να υποταχθεί ή να αναιρεθεί, βίαια, απ’ την «μαινάδα αφανισμού» του ολοκληρωτικού (ρασιοναλιστικού και ιρασιοναλιστικού) λόγου. Αμφισημία που φανερώνει ότι ο ξένος μπορεί να είναι απείρως προσιτός (φιλικός, συνεργάσιμος, επικοινωνιακός και επικοινωνήσιμος) στην ετερότητά του και αβυσσαλέα απρόσιτος (ανεπικοινώνητος, ανοίκειος) στην ξενική του ταυτότητα.
*πανεπιστημιακός καθηγητής Φιλοσοφίας – συγγραφέας
