ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενας φίλος έλεγε: «Ξέρεις τι συμβαίνει όταν το βλέμμα παρασύρεται από τη θέα ενός επιβλητικού δέντρου; Μπορεί να χάσει την ομορφιά του πανέμορφου δάσους». Αλληγορία. Αν το καλοσκεφτείς, το δέντρο και το δάσος μπορεί να αφορούν όλες της πτυχές της ζωής. Εκεί όμως που η κουβέντα του φίλου εφαρμόζει στην εντέλεια, είναι στην πολιτική. Αλήθεια, πόσες φορές τα επιμέρους επιδρούν τόσο έντονα ώστε να μας απομακρύνουν από τον πυρήνα της πολιτικής;

Αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα με τις «μεταρρυθμίσεις» του κ. Χατζηδάκη στην αγορά εργασίας. Απορούμε, οργιζόμαστε, αγανακτούμε, διαμαρτυρόμαστε, καταγγέλλουμε, απεργούμε, διαδηλώνουμε για το περιεχόμενο και τις σκοπιμότητες που εμφανώς εξυπηρετούν. Οι αναχρονιστικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου μονοπωλούν την προσοχή και η σκέψη επικεντρώνεται με τόση προσήλωση σε αυτές, ώστε να μη διακρίνει την πραγματικότητα: Η νομοθετική ρύθμιση της απαξίωσης της εργασίας είναι ένας ακόμα κρίκος της αλυσίδας με την οποία μια αλαζονικά ευημερούσα μειοψηφία αλυσοδένει τη χειμαζόμενη από τη φτώχεια, την ανεργία και την ανασφάλεια πλειοψηφία.

Η κατάργηση του οκταώρου, οι υπερωρίες, τα ρεπό, η περιστολή του δικαιώματος για απεργία, η συρρίκνωση του εύρους των συνδικαλιστικών ελευθεριών δεν αντιπροσωπεύουν μόνο τη μηχανή που παράγει ανισότητα, αλλά είναι ένα από τα πολλά ρουλεμάν της κρεατομηχανής που αλέθει όσους δεν έχουν τα εύσημα κάποιας από τις πολλές εκδοχές της «αριστείας».

Ξεχνάμε αυτά που προηγήθηκαν. Καταλαγιάζουμε τον φόβο για εκείνα που υποψιαζόμαστε ότι θα συμβούν και έτσι χάνουμε τη μεγάλη εικόνα: τη συνολική πολιτική. Οι νόμοι, οι παρεμβάσεις και οι πρακτικές που εφαρμόζει αργά, μελετημένα και μεθοδικά η κυβέρνηση Μητσοτάκη, συνθέτουν ένα ενιαίο σύνολο που έχει στόχο να μετατρέψει τον τόπο σε παράδεισο όσων έχουν τον πλούτο για να «λαδώσουν» τον κλειδοκράτορα της Εδέμ. Οσοι μείνουν απέξω, και θα είναι οι περισσότεροι, θα έχουν να επιλέξουν ανάμεσα στο να γίνουν υπηρέτες ή στο να πεταχτούν σαν άχρηστα αναλώσιμα.

Η επιστροφή της εργασίας στον σκοταδισμό δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια αποσπασματική «προσαρμογή» αν δεν είχαν προηγηθεί και άλλες αποικιακού χαρακτήρα παρεμβάσεις: παιδεία, ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, θεσμική ενίσχυση της συρρίκνωσης δικαιωμάτων, αποδυνάμωση της δημόσιας υγείας, επιλεκτική ενίσχυση των οικονομικά ισχυρών με δάνεια και φορολογικές διευκολύνσεις, «κατανόηση» στα συμφέροντα της Eldorado Gold, της ΑΓΕΤ, της Lanmda για το Ελληνικό και άλλων «επενδυτών», διευκόλυνση των funds που διαχειρίζονται τα δισεκατομμύρια των «κόκκινων» δανείων και τα περιουσιακά στοιχεία των δανειοληπτών, ασυλία των τραπεζιτών, παροχή πακτωλών εκατομμυρίων σε επιχειρήσεις-κολοσσούς…

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και αυτά που έπονται, με την παραχώρηση ενός σημαντικού μέρους του συστήματος της κοινωνικής ασφάλισης σε ασφαλιστικές και funds, την πώληση των νερών, την επιδοτούμενη και καλά προστατευόμενη -ακόμα και με ΜΑΤ- αξιοποίηση του αέρα, την «αξιοποίηση» των λιμανιών, την απαξίωση της μικρής ακίνητης περιουσίας με χωροταξικά επινοήματα και πολλά ακόμα, τότε εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι τα μέτρα για τη μετατροπή της εργασίας σε «αναλώσιμο ευτελούς αξίας υλικό» είναι ένας απλώς κρίκος μιας αλυσίδας, που όταν φτάσει στο τέλος της, η Ελλάδα δεν θα έχει καμία σχέση ούτε με τη χώρα που τον Ιούλιο του 2019 ανέλαβε να διαχειριστεί ο κ. Μητσοτάκης ούτε με εκείνη που το 2010 παρέδωσε ο κ. Παπανδρέου στους Γερμανούς, στους Γάλλους και στους άλλους δανειστές.

Οσα ήδη έχει εφαρμόσει ο κ. Μητσοτάκης αλλά και εκείνα που έχει ανακοινώσει ότι προτίθεται να κάνει, μόνο με τις βίαιες αλλαγές που επιβλήθηκαν στους Αργεντίνους στη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ΄90 μπορούν να συγκριθούν. Αλλά πρέπει να το παραδεχτούμε ότι ακόμα και σε αυτή τη σύγκριση, ο πρωθυπουργός υπερέχει: Ο Κάρλος Μένεμ, ο Φερνάντο ντε λα Ρούα και ο Ντομίνγκο Καβάγιο χρειάστηκαν μία δεκαετία για να ξεχαρβαλώσουν οτιδήποτε σχετίζεται με «Δημόσιο», «Προστασία», «Πρόνοια», «Αλληλεγγύη» και για να παραχωρήσουν ανθρώπους και δημόσιο πλούτο σε «επενδυτές». Αντίθετα, αυτός καταφέρνει να κάνει την ίδια δουλειά σε λιγότερο χρόνο, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι και έχοντας αρκετούς -ακόμα και πληττόμενους- να τον επικροτούν. Μια και κάνουμε σύγκριση με τις «μεταρρυθμίσεις» που έγιναν στα «μαύρα χρόνια» της Αργεντινής, καλό είναι να μην ξεχνάμε την ανθεκτικότητα και τον τελεσίδικο χαρακτήρα τους.

Τα περισσότερα «λάφυρα» εξακολουθούν να βρίσκονται στα χέρια των «επενδυτών», ενώ ο Μάκρι με το πέρασμά του και με τις συμφωνίες που έκανε με τους πιστωτές, φρόντισε να τις εξασφαλίσει για πολλά χρόνια ακόμα. Και αυτή την πραγματικότητα καλό είναι να τη θυμόμαστε, κάθε φορά που ακούμε λέξεις όπως «κατάργηση» και «ακύρωση». Αλλωστε υπάρχει και η «ενισχυμένη εποπτεία» η οποία θα καιροφυλακτεί για να επαναφέρει στην τάξη κάθε παράκαμψη από τον δρόμο που έχει επιβάλει η τωρινή κυβέρνηση. Μια και αναφερόμαστε στο πολιτικό σύστημα της μαύρης δεκαετίας της Αργεντινής, θα ήταν χρήσιμο να αναφερθούμε στην αντιπολίτευση. Οι διεκδικητές της εξουσίας, μέχρι το 2003 που ο Κίχνερ ανέλαβε την προεδρία, ακολούθησαν τη στρατηγική του μήλου που υποτάσσεται στους νόμους της πολιτικής βαρύτητας. Ετσι μόλις διάβαιναν το κατώφλι του προεδρικού μεγάρου, αντί να ελαφρύνουν πρόσθεταν και άλλα βάρη στο φορτίο που σήκωναν οι ευάλωτοι.

Στην Ελλάδα τού σήμερα, αναρωτιέσαι αν η αντιπολίτευση αντιλαμβάνεται τη διαφορά μεταξύ του «δέντρου» και του «δάσους». Την παρακολουθούμε να παρασύρεται συνεχώς σε μέτωπα που επιλέγει η κυβέρνηση και να αποφεύγει να στρέψει τα βλέμματα των πολιτών στο «δάσος» που διαμορφώνουν οι «άριστοι» με τους «δηλητηριώδεις» για τα συμφέροντα της μεσαίας τάξης και των ευάλωτων νόμους.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με όσα έχει πράξει αλλά και με εκείνα που έχει δηλώσει ότι προτίθεται να πράξει, δεν θα μείνει στην Ιστορία ως η κυβέρνηση των «αρίστων» αλλά ως η πιο «πολιτική» κυβέρνηση που έχει περάσει από τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, η οποία όταν θα κλείνει την πόρτα πίσω της θα έχει μετατρέψει τους πολλούς σε ομήρους των λίγων.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας