Στην καρδιά της ιδεολογίας των social media κρύβονται μερικά από τα αιτήματα του Μάη του 68. Αναφέρομαι σε αυτά που εκφράζουν μια ‘καλλιτεχνική’ κριτική, όπως το θέτουν ο Μπολτάνσκι και η Σιαπελό, ενάντια στις ασφυκτικές ιεραρχίες των παραδοσιακών θεσμών, στα αιτήματα δηλαδή που επιμένουν στις αξίες της δημιουργικότητας, της φαντασίας, της προσωπικής απελευθέρωσης. Όταν μιλάμε για τις δυνατότητες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και γενικότερα για όλα τα δικτυακά μέσα, σε ένα βαθμό, σε αυτές τις αξίες παραπέμπουμε. Όταν λέμε ότι οι δικτυακές πλατφόρμες μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για αυτά που μας καίνε, να διοχετεύσουμε δημιουργικότητα και ενέργεια σε καινούργια πρότζεκτ, να φανταστούμε νέους τρόπους δουλειάς και ζωής, να συνδεθούμε με άλλους ανθρώπους για να πραγματοποιήσουμε κοινά οράματα, για την αυτονομία μας μιλάμε -για την πραγμάτωση της επιθυμίας για ελευθερία.
Αυτά τα αιτήματα για προσωπική απελευθέρωση που κυριάρχησαν την περίοδο 1965 -1975 ήταν συναρθρωμένα με τα πιο γενικά αιτήματα για κοινωνική αλλαγή. Οι δύο τύποι κριτικής, η «καλλιτεχνική» και η κοινωνική, εμφανίζονταν αδιαίρετες στα συνθήματα των φοιτητικών κινημάτων κατά της μπουρζουαζίας, του καπιταλισμού, των ταξικών ανισοτήτων. Συγκρότησαν έτσι τον αριστερό λόγο που βρισκόταν απέναντι και από την συγκεντρωτική γραφειοκρατία και την καπιταλιστική αγορά. Στη δεκαετία του 80 όμως οι δύο τύποι κριτικής αποσυνδέονται. Το αίτημα για προσωπική απελευθέρωση δεν είναι πλέον επαναστατικό, αλλά ο κυρίαρχος τρόπος σκέψης. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία ενσωματώνει την «καλλιτεχνική» κριτική ανανεώνοντας την ελκυστικότητα του καπιταλισμού. Το «Just do it» της Nike, το ήξερε και ο Καστοριάδης, θα μπορούσε να είναι ένα από τα συνθήματα του Μάη. Σήμερα, είναι αυτονόητο για τους περισσότερους από εμάς ότι η δουλειά και η ζωή χρειάζονται προσωπική ευελιξία, συνεχή δικτύωση, και πρωτοβουλία για να ξεκινάς το ένα πρότζεκτ μετά το άλλο. Το αίτημα για δημιουργικότητα και φαντασία μετατράπηκε σε κάτι που φαίνεται παραπλήσιο: στην ατέρμονη δραστηριότητα. Με έναν τρόπο είμαστε όλοι εντερπρενέρ.
Η κυριαρχία της λογικής της δικτύωσης δεν καταργεί τους νεωτερικούς θεσμούς, ούτε εξαφανίζει τα κινήματα για κοινωνική δικαιοσύνη. Ο ένας μετά τον άλλο, οι θεσμοί που στηρίζουν τη νομιμοποίησή τους στο κράτος ακολουθούν τις εταιρείες και αναδιοργανώνονται ως δίκτυα – οι εργαζόμενοι πρέπει να είναι αποτελεσματικοί αλλά κυρίως ευέλικτοι. Στα social media τα κοινωνικά κινήματα αποκτάνε δυναμική και κοινά – μπορείς να διαλέξεις ποιο Zoom meeting και ποιο Facebook group σε συγκινεί.
Ταυτόχρονα όμως, ανάμεσα στις διάφορες ταυτοτικές συγκρούσεις που κυριαρχούν στα social media, εμφανίζεται και μια πιο γενικευμένη κριτική που, ιδιαίτερα τα τελευταία 10 χρόνια, αμφισβητεί το μοντέλο της παγκόσμιας δικτύωσης. Η κριτική αυτή συγκροτείται από τη μία, με τις καταγγελίες των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών ως μονοπωλίων που εμπορεύονται προσωπικά δεδομένα και ως ανεξέλεγκτων οργανισμών με αδιαφανή κριτήρια διαχείρισης πληροφορίας, παρασιτικές πολιτικές φοροδιαφυγής και μεγάλα οικολογικά αποτυπώματα. Από την άλλη, εκφράζει την ματαίωση της προσδοκίας για δράση και συμμετοχή: τα online κινήματα έρχονται και παρέρχονται, οι διαφωνίες στα σχόλια καταλήγουν σε άσχημους καυγάδες, οι πληροφορίες στο timeline δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη, και όλοι ποστάρουμε στρατηγικά για επιβεβαίωση, για κέρδος, για την ελπίδα της μετατροπής των followers σε οποιαδήποτε αξία αναγνωρίζουμε.
Σήμερα αυτό το είδος κριτικής που αμφισβητεί τη λογική της δικτύωσης και στρέφεται ενάντια στις μεγάλες εταιρείες της Silicon Valley ενσωματώνεται στον κυρίαρχο λόγο. Η διαδικασία επίσχεσης της δικτυακής λογικής παρατηρείται πρώτα ως αναδιοργάνωση των σχέσεων του τεχνολογικού τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο γίνονται κατανοητές οι πρόσφατες ενέργειες για ρύθμιση των τεχνολογικών μονοπωλίων στην Ευρώπη και την Αμερική, οι νόμοι της Αυστραλίας για απόδοση διαφημιστικών κερδών στους δημοσιογραφικούς οργανισμούς από την Google και το Facebook, η αναγνώριση των οδηγών της Uber ως εργαζόμενων, αλλά και η τελευταία απόφαση της Apple να περιορίσει τη δυνατότητα συλλογής προσωπικών δεδομένων στο App Store. Με αυτή τη διαλεκτική διαδικασία, το «πνεύμα του καπιταλισμού» μετασχηματίζεται. Κάποιες πτυχές του καπιταλισμού περιορίζονται, αλλά η ελκυστικότητά του ανανεώνεται.
Η κυρίαρχη ιδέα σήμερα είναι ότι μπορούμε να έχουμε δύο πράγματα που φαίνονται αντίθετα. Από τη μία, μεγαλύτερη ευελιξία να κυνηγήσουμε προσωπικά και επαγγελματικά πρότζεκτ μέσω των δικτυακών πλατφορμών. Από την άλλη, περισσότερη ρύθμιση των σχέσεων που διαμορφώνονται στα δίκτυα, μέσω θεσμικών και κρατικών παρεμβάσεων. Είναι αυτά τα δύο αιτήματα που επικρατούν ως οι δύο μεγάλες τάσεις της πανδημίας που θα διαμορφώσουν την επόμενη μέρα. Από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι τις διεθνείς συμβουλευτικές εταιρείες, οι περισσότεροι οργανισμοί, μέσω συμφωνιών με τους εργαζόμενους, θεμελιώνουν την ευέλικτη εργασία και από το σπίτι και στο γραφείο αξιοποιώντας τις πλατφόρμες δικτύωσης. Ταυτόχρονα, επιβεβαιώνεται ως ανάγκη η δύναμη του κράτους και της πολιτικής και τεχνοκρατικής ηγεσίας να καθορίζει τις κανονικές, αληθινές και ηθικές συνθήκες ζωής. Αν και οι δύο τάσεις του κυρίαρχου λόγου δεν είναι ακόμα συνεκτικά διαρθρωμένες, σίγουρα δεν περιέχουν το ιδανικό του 68 για μια ζωή δημιουργικότητας ως ελεύθερη περιπλάνηση στον κόσμο. Παρά την έμφαση στην ατομική αυτονομία, στην πραγματική ζωή όλα αυτά επιτρέπονται ως όνειρα για τις διακοπές του επόμενου καλοκαιριού.
*Διδάκτορας του London School of Economics
