Στο πέρασμα του χρόνου οι άνθρωποι γνωρίζουν συνανθρώπους τους, δημιουργούν φιλίες, παρέες. Κάποτε αλλάζουν τόπο κατοικίας, χωριό ή πόλη, μετακομίζουν ακόμα και μέσα στο ίδιο το χωριό τους. Αυτό συνηθιζόταν παλιά, όταν πάντρευαν τα παιδιά τους, ειδικά τα κορίτσια κι έπρεπε να μείνουν αυτά στο πατρικό σπίτι. Ετσι συνέβη και με τις τρεις φιλενάδες.
Η καθεμιά έμεινε σε διαφορετική γειτονιά για χρόνια. Οταν πάντρεψαν τα παιδιά τους, οι δυο, για άλλο λόγο η τρίτη, βρέθηκαν να κατοικούν στην ίδια γειτονιά, στην Κάτω Αγορά του χωριού. Τι σύμπτωση! Οι άντρες τους είχαν μαγαζί σ’ αυτή· καφενείο, παντοπωλείο και είδη περιπτέρου. Ετσι έμειναν, πάλι οι δυο, πάνω από τα μαγαζιά των αντρών τους κι η τρίτη παραδίπλα.
Δυσκολεύτηκαν πολύ, ειδικά το πρώτο διάστημα, όταν άφησαν τα σπίτια με τις αυλές τους, τα κοτέτσια, τα δέντρα, την άπλα που έχουν τα σπίτια στα χωριά και περιορίστηκαν πάνω απ’ τα μαγαζιά. Τι κι αν ήταν στο κέντρο του χωριού τους κι αν πρόφταιναν πρώτες τον ψαρά, τον μανάβη, τους ξένους πωλητές με τα αυτοκίνητα μαγαζιά. Τώρα ζούσαν σε διαμέρισμα και αυτό τις περιόριζε. Με τα χρόνια προσαρμόστηκαν. Εκεί φύτεψαν τα γεράνια, τις μπιγκόνιες, τα σκουλαρίκια και τα βασιλικά. Ακόμα και λίγες ρίζες λαχανικών· μαρούλια, κρεμμυδάκια, πιπεριές.
Αρχισαν τις επισκέψεις, κάθε τόσο έπιναν μαζί το καφεδάκι τους, φίλευαν η μια την άλλη βουτήματα ή κάτι το διαφορετικό που τους έφερναν τα παιδιά τους. Εβγαιναν στα μπαλκόνια τους και χαιρετιόνταν, όχι με νοήματα των χεριών, αλλά με κουβέντα, με διάλογο, γιατί η απόσταση που τις χώριζε ήταν μικρή. Αντί να συναντιούνται το πρωί στο τρίστρατο, καλημερίζονταν από τα μπαλκόνια. Τα χρόνια πέρασαν, έχασαν κι οι τρεις τούς άντρες τους. Εμαθαν στη νέα ζωή, που έπρεπε να τα φροντίσουν όλα μόνες. Στο τέλος του μήνα έκλειναν ταξί, το οποίο τους πήγαινε στο διπλανό χωριό, που είχε τράπεζα, για να πάρουν τη σύνταξη χηρείας και να ψωνίσουν.
Με τα χρόνια δυσκολεύτηκαν στο ανέβασμα της σκάλας, περιορίστηκαν οι επισκέψεις. Ας είναι καλά τα μπαλκόνια, συνέχισαν να τα λένε από κει. Φέτος βάρυναν παραπάνω, γιατί βαδίζουν προς τα ενενήντα. Τούτο το Πάσχα δεν θα βρει και τις τρεις φιλενάδες στη γειτονιά τους. Να περιμένουν, με αναμμένα όλα τα φώτα του σπιτιού τους, να περάσει τη Μεγάλη Παρασκευή ο Επιτάφιος κάτω απ’ τα μπαλκόνια τους. Οι δυο επέστρεψαν στο πατρικό σπίτι, ζούνε με τα παιδιά τους. Τα μπαλκόνια είναι αδειανά, σαν τις χειμωνιάτικες χελιδονοφωλιές. Οι τρεις φιλενάδες, η Αγγέλα, η Αμαλία κι η Ελισάβετ θα πούνε για πρώτη φορά καλή Ανάσταση και καλό Πάσχα από το τηλέφωνο.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
