ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ερμηνεία «των δεινών που μπορεί να φέρει ο ακραίος διχασμός που θρέφεται από τον λαϊκισμό και την έλλειψη στοιχειώδους συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων», στην ανακοίνωση της Ν.Δ. με αφορμή τα 54 χρόνια από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, έδειξε μεροληπτική κατανόηση της πολιτικής ιστορίας.

Στον ψυχροπολεμικό κόσμο του 1960 που ήταν χωρισμένος σε δυτικό και ανατολικό συνασπισμό, η δικτατορία στην Ελλάδα υλοποίησε έναν σκέτο αντικομμουνισμό στη ρητορική και την πράξη. Ο,τι εμφανίζεται ως «ακραίος διχασμός» δεν ήταν κάτι στιγμιαίο∙ είχε θεσμικό παρελθόν: το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, το Παλάτι, τη βία και νοθεία της ΕΡΕ το 1961, την τρομοκρατία κατά του Κέντρου και της Αριστεράς, το παρακράτος και τις δολοφονίες (Λαμπράκης, 1963), την Αποστασία (Ιουλιανά, 1965) κ.ά. Το 1967 ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος, με τα λόγια του, ήταν ξεκάθαρος: «Η κατάστασις αυτή προστιθεμένη εις μίαν αναρχικήν αντίληψιν, η οποία είχε επιβληθεί σχεδόν εις όλα τα άτομα της κοινωνίας, είχε δημιουργήσει τον έσχατον κίνδυνον να αλωθεί η χώρα από τον κομμουνισμόν». Η επιβολή της δικτατορίας κινήθηκε μ’ αυτό τον στόχο: απέκλεισε, εξόρισε, βασάνισε, δολοφόνησε ειδικά εκείνους που δεν είχαν τις κοινωνικές ιδιότητες ή τους «εθνικόφρονες τίτλους» κοινωνικής συμμετοχής, ωσάν να μην ανήκαν στην «κοινωνία».

Ως προς αυτή τη διάσταση, η 21η Απριλίου του 1967 δεν διέφερε από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του 1936. Ο Μεταξάς είχε στο στόχαστρό του την Αριστερά και, μαζί, ό,τι έμοιαζε με κοινοβουλευτισμό. Αλλωστε, ο πυρήνας του μεταξικού αυταρχισμού εμπεριείχε, πρώτον, τον αντικομμουνισμό ως προϋπόθεση διατήρησης του κοινωνικού καθεστώτος, δεύτερον, τον αντικοινοβουλευτισμό και την εξάλειψη της δημοκρατίας προς όφελος του Παλατιού και, τρίτον, τον φασιστικό-οικονομικό κρατικισμό με τη μορφή ισχυρού παρεμβατισμού και οικονομικής αυτάρκειας.

Ολα μαζί, εξελίχθηκαν σε ιδεοληπτικό εθνικισμό ‒ μια εξωκοινωνική κατηγορία που λάτρευε την κληρονομική βασιλεία των «ευσεβών Ανάκτων» και έκαιγε τελετουργικά τα βιβλία (από τους Μπέρναρντ Σο, Χάινε, Φρόιντ, Τσβάιχ, Φρανς, Γκέτε, Δαρβίνο, Μαρξ κ.ά., έως τον Παπαδιαμάντη και, βεβαίως, τον Αβροτέλη Ελευθερόπουλο), και απαγόρευε τη διδασκαλία του «Περικλέους επιτάφιος», της «Πολιτείας» του Πλάτωνα και της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή.

Ως προς τις εσωτερικές διευθετήσεις που οδήγησαν στα «εκσυγχρονιστικά» αγαπημένα «Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών» και «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια», η κυρίαρχη αντίληψη (Zeitgeist) που εξέφρασε ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν επίσης ξεκάθαρη: «Ποίες δυνάμεις κινούν την κοινωνία;» και απαντούσε: «Δυο είναι αι δυνάμεις αυταί. Η Πολιτεία, ήτοι, το Κράτος και η Εκκλησία […] Δεν γεννάται ζήτημα κατά πόσον η Εκκλησία έχει δικαίωμα να ενδιαφερθή επί της αγωγής των παιδιών».

Στην ανακοίνωση υπάρχει το σκέλος για ό,τι πρέπει να θυμόμαστε: «Η 21η Απριλίου είναι η μαύρη επέτειος ενός καθεστώτος που προκάλεσε πληγές και τραγωδίες. Η Χούντα καταπάτησε τα δημοκρατικά δικαιώματα, βασάνισε και δολοφόνησε πολίτες για τις απόψεις τους, ανέκοψε την πρόοδο της χώρας και, βέβαια, προκάλεσε τον ακρωτηριασμό της Κύπρου…»

Τέλος, υπάρχει το σκέλος για ό,τι θα πρέπει να σκεφτόμαστε: «54 χρόνια μετά, η προστασία και η διαρκής ενδυνάμωση της Δημοκρατίας παραμένει υπόθεση όλων μας. Κάθε μέρα, οι Ελληνες ενωμένοι μπορούμε να κάνουμε το “ποτέ ξανά” από σύνθημα, πραγματικότητα». Σύμφωνοι. Αλλά στο σημερινό σύστημα, ό,τι αναπαράγεται είναι ο «συλλογικός νους» του ίδιου του συστήματος. Το «οι Ελληνες ενωμένοι» διαρκώς απομακρύνεται στην κοινωνία της βαθιάς ανισότητας.

Από την άλλη, η αντιπαράθεση των αρετών της Δημοκρατίας στη φρίκη του αυταρχισμού, η μεσσιανική έλευση της καλύτερης κοινωνίας με το μάντρα της ανάπτυξης που αντιπαλεύει τις αρχές της Δημοκρατίας είναι όψεις του δημοσίου διαλόγου. Αλλά η σημερινή Πολιτική Επιστήμη έχει προχωρήσει το πράγμα λίγο πέρα από τον Ουμπέρτο Εκο με τα τανκς και τα πραξικοπήματα.

Υπάρχουν «ισχυρές δημοκρατίες» που είναι απρόσβλητες σε πραξικοπήματα∙ υπάρχουν «αδύνατες δημοκρατίες» που ανατρέπονται (όπως στην Ελλάδα το 1967)∙ υπάρχουν ευσταθείς δημοκρατίες (η κατάκτηση της ελληνικής Μεταπολίτευσης) οι οποίες δεν κινδυνεύουν. Πλαγιοκοπούνται, όμως, από ακατάσχετη φλυαρία και ανοησία. Οταν ύστερα από μισό αιώνα εκδηλώνονται χλιαροί έρωτες και όψιμοι θαυμασμοί των δικτατορικών παρελθόντων, μαζί με τα στοιχεία του επιτελικού κρατικισμού και τις κυβερνητικές επικοινωνιακές υστερίες, η πολιτική ατμόσφαιρα απομειώνει την κοινωνική δύναμη της Δημοκρατίας.

Τέλος, η πολιτική ιστορία δείχνει ότι τα συστήματα αναδύονται για να δώσουν απαντήσεις στα κοινωνικά μείζονα, φθείρονται και πολλές φορές αντικαθίστανται από κάτι άλλο. Το κάτι άλλο, μόνο να το εικάσουμε μπορούμε. Αλλά μπορούμε να επεκτείνουμε τη διάσημη ρήση του Τσόρτσιλ «Δεν έχουμε και κάτι καλύτερο» με μια πιο επίκαιρη, δύσκολη ερώτηση. Κι αν αποτύχει η Δημοκρατία, ποιο θα είναι το διάδοχο «κάτι καλύτερο» στον 21ο αιώνα;