Αν τελικά σήμερα ο Μπάιντεν χρησιμοποιήσει δημόσια τη λέξη γενοκτονία για τη σφαγή των Αρμενίων το 1915 από το οθωμανικό κράτος, θα πρόκειται για ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι προαπαιτούμενο για την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας είναι η πλήρης εγκατάλειψη της περιφερειακής ατζέντας Ερντογάν και η πλήρης στοίχιση με τις αμερικανικές επιλογές στην ευρύτερη περιοχή.
Τηρουμένων των αναλογιών, θα πρόκειται για ένα μήνυμα που παραπέμπει σε δύο παλιότερα μηνύματα τα οποία καλούσαν την άλλη πλευρά να προσαρμοστεί στις αμερικανικές απαιτήσεις άνευ όρων.
Τον Αύγουστο του 1990 όταν ο Σαντάμ κατέλαβε και προσάρτησε το Κουβέιτ μέσα σε λίγες μέρες η κυβέρνηση Μπους πατρός αποφάσισε να μη διαπραγματευτεί την απαίτηση της άνευ όρων αναδίπλωσης των στρατιωτικών δυνάμεων του Ιράκ.
Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο και προφανώς το πρόβλημα του Σαντάμ ήταν η εσωτερική, καθεστωτική διαχείριση της άνευ όρων συμμόρφωσής του. Παρόμοιο σκηνικό και στη Γιουγκοσλαβία στο τέλος του 1998 – αρχές του 1999, όπου οι ΗΠΑ και οι εταίροι τους στο ΝΑΤΟ είχαν αποφασίσει να αποκόψουν το Κόσοβο από τη Σερβία.
Το μήνυμα αυτό το επανέλαβε πολλές φορές ο Χόλμπρουκ στον Μιλόσεβιτς, ο οποίος μέχρι τότε πίστευε ότι η Συμφωνία του Ντέιτον το 1995 ήταν η τελευταία υποχώρησή του.
Το τελεσίγραφο του ΝΑΤΟ στο Βελιγράδι την άνοιξη του 1999, όπως και το μήνυμα των ΗΠΑ στη Βαγδάτη το καλοκαίρι του 1990 είχαν σαν κοινό παρονομαστή το απαγορευτικό κόστος συμμόρφωσης που συνεπαγόταν για τους παραλήπτες του.
Η χορογραφία των τελευταίων ημερών, από την οριστικοποίηση της εκδίωξης της Τουρκίας από το πρόγραμμα κατασκευής των F-35 μέχρι τη «συμπτωματική» απουσία του Μπάιντεν την ώρα της παρέμβασης του Ερντογάν στην τηλεδιάσκεψη για την κλιματική αλλαγή και, τέλος, οι διαρροές, προφανώς από τον Λευκό Οίκο, περί επικείμενης αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων δείχνουν μια καθόλου τυχαία ή συμπτωματική δυναμική κλιμάκωσης.
Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές κυκλοφορούσαν φήμες για επικείμενη τηλεφωνική επικοινωνία Μπάιντεν-Ερντογάν, μια ενδεχόμενη κίνηση του Λευκού Οίκου που σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορεί να εξισορροπήσει έστω και επικοινωνιακά την ενδεχόμενη έως πολύ πιθανή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η κλιμάκωση της πίεσης των ΗΠΑ στην Τουρκία πιστοποιεί και μια άλλη δυσάρεστη για την Αγκυρα αμερικανική παραδοχή, ότι δεν είναι απαραίτητη η συνεργασία του Ερντογάν, τόσο στην Ουκρανία όσο και στο Αφγανιστάν.
Απούσα από την ευρύτερη Μέση Ανατολή από την εγκατάλειψη της διεκδίκησης της περιοχής της Μοσούλης μέχρι πριν από δύο δεκαετίες η Τουρκία υπό την ηγεσία του Ερντογάν ανεδείχθη σε παράγοντα μείζονος στρατηγικής παρενόχλησης για τις ΗΠΑ.
Και μάλιστα σε μια στιγμή που μετά το φιάσκο της αμερικανικής εισβολής στο Αφγανιστάν και στη συνέχεια στο Ιράκ οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να απεμπλακούν από την περιοχή, συνθέτοντας λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στις περιφερειακές δυνάμεις, από το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και τους συμμάχους της, μέχρι και το Ιράν.
Ο Ερντογάν δεν περιέπλεξε απλά και μόνον τη στρατηγική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, αλλά στην πράξη διεκδίκησε τον ρόλο ηγεμονικού συνεταίρου που έχει ένα άτυπο αλλά ουσιαστικό βέτο στις περιφερειακές επιλογές της μόνης υπερδύναμης.
