Ζαχαρούλα Κασσέρη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με το Σχέδιο Κανονιστικής Πράξης με τίτλο «Οργανισμός του ΚΕΘΕΑ» που δόθηκε προς διαβούλευση στα στελέχη του Οργανισμού, το μοντέλο της «θεραπευτικής κοινότητας», το οποίο αποτελεί τον πυρήνα της θεραπευτικής πρότασης του ΚΕΘΕΑ δέχεται βαρύτατο πλήγμα. Η θεμελιακή λογική λειτουργίας του φορέα καταλύεται, οι βασικές αρχές του παρακάμπτονται και η ταυτότητά του αλλοιώνεται. Στη θέση των αρχών της κοινοτικής ζωής, της συνεργατικότητας και της αλληλεγγύης, που ευαγγελίζεται το μοντέλο των θεραπευτικών κοινοτήτων, προκρίνεται μια νέου τύπου γραφειοκρατική οργάνωση απρόσωπων υπηρεσιών, που προβλέπεται να λειτουργούν με συγκεντρωτικό τρόπο.

Ειδικότερα, στο σχέδιο κανονιστικής πράξης γίνεται λόγος για την ίδρυση «διευθύνσεων κλινικών εφαρμογών» που θα λειτουργούν ως «ομπρέλα» των επιμέρους θεραπευτικών προγραμμάτων του ΚΕΘΕΑ καταλύοντας τη σχετική τους αυτονομία. Ιστορικές θεραπευτικές κοινότητες, όπως η «Ιθάκη», ο «Νόστος», η «Παρέμβαση» κ.ά. αποδυναμώνονται και εντασσόμενες σε ευρύτερες διοικητικές δομές χάνουν την ιδιαίτερη θεραπευτική φυσιογνωμία που είχαν αναπτύξει κατά την ιστορική τους εξέλιξη ως απότοκο της μακρόχρονης εμπειρίας των μελών τους. 

Η παραπάνω ρύθμιση στο Σχέδιο Κανονιστικής Πράξης είναι τουλάχιστον ατυχής για πολλούς λόγους. Το μοντέλο των θεραπευτικών κοινοτήτων δεν είναι επινόηση του ΚΕΘΕΑ. Πρόκειται για μία πρόταση αντιμετώπισης των εξαρτήσεων με σημαντική ιστορία που εξελίσσεται διαρκώς. Αναπτύχθηκε αρχικά στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Βρετανία, εμπεριέχοντας ιδιαίτερα καινοτόμα χαρακτηριστικά:

Το κυριότερο, ίσως, από αυτά είναι ότι οι θεραπευτικές κοινότητες γεννήθηκαν «από τα κάτω», από τα ίδια δηλαδή τα άτομα που συνειδητοποίησαν τη χρήση ουσιών και το αλκοόλ ως πρόβλημα, καθώς και από προοδευτικούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας που αναζήτησαν μία εναλλακτική πρόταση αντιμετώπισης των εξαρτήσεων, έξω και πέρα από το κυρίαρχο ρεύμα της παραδοσιακής ψυχιατρικής. Με το πέρασμα του χρόνου το μοντέλο των θεραπευτικών κοινοτήτων διαδόθηκε σε πολλές χώρες και σήμερα εκτιμάται ότι υπάρχουν διεθνώς περισσότερες από 3000 θεραπευτικές κοινότητες , ενώ περισσότερες από1000 βρίσκονται στην Ευρώπη.

Στη φιλοσοφία των θεραπευτικών κοινοτήτων η εξάρτηση από ουσίες λογίζεται ως ένα ζήτημα με ποικίλες προεκτάσεις,  που επηρεάζει το άτομο στην ολότητά του. Για τον λόγο αυτό η θεραπεία κατανοείται ως μια συνθήκη που απαιτεί όχι μόνο τη διακοπή της χρήσης ουσιών (δηλαδή τη σωματική αποτοξίνωση – έννοια που υπερτονίζεται στη νέα κανονιστική πράξη) αλλά πρωτίστως την ολιστική αναμόρφωση της προσωπικότητας, η οποία επιτυγχάνεται μέσα από το κοινοτικό πνεύμα, την αμοιβαία βοήθεια, την ανταλλαγή εμπειριών, τη μέριμνα του/της ενός/μιας προς τον/την άλλο/η.

Η θεραπεία στο μοντέλο των θεραπευτικών κοινοτήτων δεν επικεντρώνεται στο είδος της ουσίας ή στα μοτίβα κατανάλωσης που υιοθετεί το άτομο αναφορικά με τη χρήση αλλά στους βαθύτερους λόγους (κοινωνικούς, διαπροσωπικούς, ψυχικούς κ.ά.), οι οποίοι ωθούν τους ανθρώπους στις εξαρτήσεις. Επιπλέον, οι θεραπευτικές κοινότητες δεν απευθύνονται σε «ασθενείς» που δέχονται παθητικά θεραπεία, φάρμακα ή συμβουλές αλλά σε «μέλη» μιας συλλογικότητας, τα οποία καλούνται να αναλάβουν ενεργητικό ρόλο στην επίλυση των προβλημάτων τους. 

Βάσει των παραπάνω, είναι σαφές ότι η θεραπευτική κοινότητα είναι από μόνη της μία «μέθοδος» , η οποία βοηθά τα μέλη να πετύχουν θετικά βήματα στην απεξάρτησή τους, αξιοποιώντας το ίδιο το θεραπευτικό περιβάλλον, «δουλεύοντας» αναστοχαστικά τη βιογραφία τους και μαθαίνοντας από τα βιώματα των άλλων μελών. Κατά συνέπεια οι θεραπευτικές κοινότητες δεν αποτελούν δομές παροχής «φιλοξενίας σε ξενώνες διαμονής»(όπως περιγράφεται στο Σχέδιο Κανονιστικής Πράξης) ούτε μπορούν να προσδιοριστούν ως «μονάδες» •έννοια που υποδηλώνει μία ιατροκεντρική/νοσολογική σύλληψη της θεραπείας. Πολύ δε, περισσότερο οι θεραπευτικές κοινότητες δεν μπορούν να κατανοηθούν ως «διευθύνσεις κλινικών εφαρμογών», αφού μία τέτοια θεώρηση παραβλέπει και τελικά ακυρώνει τον ίδιο τον χαρακτήρα του μοντέλου των θεραπευτικών κοινοτήτων.

Τέτοιου είδους ορισμοί απέχουν παρασάγγας από τις διεθνείς πρακτικές των θεραπευτικών κοινοτήτων, ενώ αντιστοιχούν σε μια ιεραρχική και γραφειοκρατική οργάνωση, κατανεμημένη σε «Διευθύνσεις», «Υποδιευθύνσεις» και «Τμήματα», που παρέχει δέσμες αποσπασματικών υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτόν χάνεται η συνοχή μιας ολιστικής θεραπευτικής παρέμβασης. 

Το μοντέλο των θεραπευτικών κοινοτήτων δεν είναι βέβαια στατικό. Είναι δυναμικό και διαρκώς εξελισσόμενο μέσα στον χρόνο. Όπως συμβαίνει και με οποιαδήποτε άλλη πρόταση αντιμετώπισης των εξαρτήσεων,  έτσι και οι  θεραπευτικές κοινότητες έχουν δεχτεί κριτική, η οποία πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από όσες και όσους χαράσσουν πολιτικές για τις εξαρτήσεις ή εργάζονται στο συγκεκριμένο πεδίο.

Το νέο κανονιστικό σχέδιο, ωστόσο, που τέθηκε σε διαβούλευση δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για έναν γόνιμο διάλογο καθώς (α) αντίκειται στη θεμελιακή φιλοσοφία των θεραπευτικών κοινοτήτων, (β) δεν λαμβάνει υπόψη τις διεθνείς καλές πρακτικές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν το εν λόγω μοντέλο και (γ) εγκαθιδρύει ένα συγκεντρωτικό πρότυπο διοίκησης, τη στιγμή που θα έπρεπε να προκρίνει το ακριβώς αντίθετο: τη διοικητική αποκέντρωση των θεραπευτικών κοινοτήτων με την ενίσχυση της συμμετοχής των άμεσα ενδιαφερόμενων μερών (μελών, γονέων, αποφοίτων, εργαζομένων, ευαισθητοποιημένων πολιτών) στη λήψη των αποφάσεων καθώς και την οργανική τους διασύνδεση με τις τοπικές κοινωνίες. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα μπορούσε να δημιουργήσει δυνατότητες για την παροχή ουσιαστικής στήριξης στους ανθρώπους που την έχουν ανάγκη στο διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο των εξαρτήσεων. 

*Διδάσκει μαθήματα σχετικά με τις εξαρτήσεις στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο