Το Ιράν από τις αρχές του 2013 έχει καταστήσει σαφές στις ΗΠΑ ότι είναι έτοιμο να εγκαταλείψει την προοπτική απόκτησης πυρηνικών όπλων έναντι της αναγνώρισής του ως περιφερειακής δύναμης με ζωτικά συμφέροντα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και στη Νοτιοδυτική Ασία.
Με το πλαίσιο του διεθνούς ελέγχου του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν συμπεφωνημένο και αποδεκτό από τις δύο πλευρές, προφανώς η απουσία κινητικότητας για την επιστροφή των ΗΠΑ στη Συμφωνία του 2015 παραπέμπει σε σοβαρότερη εμπλοκή-περιπλοκή από το ποια πλευρά θα κάνει την πρώτη κίνηση.
Η καρδιά του προβλήματος προφανώς και δεν είναι η μεθόδευση της επιστροφής στην -προ της απόσυρσης το 2018 των ΗΠΑ από τη Συνθήκη του 2015- κανονικότητα.
Αν η Τεχεράνη μπορεί μέσω του διεθνούς ελέγχου να εγγυηθεί με αξιοπιστία την εγκατάλειψη της απόκτησης πυρηνικών όπλων, σε ποιο βαθμό θέλουν αλλά και μπορούν οι ΗΠΑ να εγγυηθούν τις περιφερειακές φιλοδοξίες του Ιράν;
Για το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία αλλά και για τη Γαλλία και την Τουρκία, η παρουσία και η εμπλοκή του Ιράν, με ή χωρίς πυρηνικά όπλα, στην ευρύτερη Μέση Ανατολή αποτελεί από μόνη της μια βαριά υποθήκη στα ζωτικά τους συμφέροντα και, στην καλύτερη περίπτωση, μια ανταγωνιστική ανεπιθύμητη παρουσία.
Είναι δυνατόν να συνυπάρξουν η εξομάλυνση και, πολύ περισσότερο, η προσέγγιση μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης και ταυτόχρονα να συνεχίζεται ο ακήρυκτος πόλεμος μεταξύ του Ισραήλ και των φιλοϊρανικών δυνάμεων στο έδαφος της Συρίας;
Το συμπέρασμα είναι αυτονόητο, όσο δεν υπάρχει συμφωνία τερματισμού της σύγκρουσης στη Συρία πολύ δύσκολα μπορεί να προχωρήσει πέραν της επιστροφής των ΗΠΑ στη Συμφωνία του 2015 μια συνολική προσέγγιση της Ουάσινγκτον με την Τεχεράνη.
Η διαφορά του 2021 με το 2015 είναι για μεν το Ιράν ότι δεν μπορεί να προεξοφλεί ως μη αντιστρέψιμη μια αλλαγή γραμμής πλεύσης της Ουάσινγκτον, για δε τις ΗΠΑ ότι δεν μπορούν να υποβαθμίζουν τις αντιδράσεις όλων των δυνάμεων της περιοχής που καταγράφουν ως απειλή τις περιφερειακές φιλοδοξίες της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
