Έχουν περάσει πάνω από τρεις μήνες από την απόφαση της 20/2/2015, μετά την οποία άρχισαν οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους δανειστές μας, και, παρά τις πρόσφατες συζητήσεις του πρωθυπουργού με την καγκελάριο της Γερμανίας, τον πρόεδρο της Γαλλίας και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής –αν κρίνει κανείς από την αντίδραση του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας– δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα υπάρξει συμφωνία που θα σέβεται τις «κόκκινες γραμμές» (έστω και με κάποιες, όχι όμως μείζονες, παραχωρήσεις από την πλευρά της κυβέρνησης).
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, μέλη του υπουργικού συμβουλίου και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ –τόσο πριν όσο και μετά τις παραπάνω συζητήσεις του πρωθυπουργού– έκαναν και κάνουν αναφορές για προκήρυξη δημοψηφίσματος, χωρίς, όμως, να προσδιορίζουν ποιο θα είναι το ερώτημα που θα κληθούν οι ψηφοφόροι να εκφράσουν την προτίμησή τους. Σαφέστερος ήταν ο πρωθυπουργός, ο οποίος σε συνέντευξή του στις 27/4/2015 δήλωσε:
«Αν καταλήξω να έχω μια συμφωνία που με βγάζει από τα όρια αυτά (δηλαδή τις “κόκκινες γραμμές”), ο λαός θα αποφασίσει. Αυτό είναι το αποκούμπι. Προφανώς όχι με εκλογές»
Αρα, λέει ο πρωθυπουργός ότι η κυβέρνηση θα προσφύγει σε δημοψήφισμα «προφανώς» με το ερώτημα αν ο λαός θα εγκρίνει μια συμφωνία της κυβέρνησης με τους δανειστές μας που δεν θα σέβεται τις «κόκκινες γραμμές». Το ερώτημα, επομένως, που θα τεθεί στον λαό είναι: «ΝΑΙ ή ΟΧΙ στη συγκεκριμένη συμφωνία Ελλάδας-δανειστών;»
Το πρόβλημα που γεννιέται είναι: είναι δυνατόν μια κυβέρνηση που, τόσο στην προεκλογική περίοδο όσο και στις προγραμματικές δηλώσεις της (αλλά και μετά), χάραξε αυτές τις «κόκκινες γραμμές» να συμφωνήσει με τους δανειστές για την παραβίασή τους; Είναι, δηλαδή, δυνατόν να θέσει ένα ερώτημα επιβεβαίωσης από τον λαό της αυτοαναίρεσής της; Κατά τη γνώμη μου μια τέτοια ενέργεια θα είναι η απαρχή εξομοίωσης και αυτής της κυβέρνησης με όλες τις προηγούμενες, γεγονός το οποίο θα προσθέσει μια ακόμα –αυτήν τη φορά πολύ μεγαλύτερη– απογοήτευση του λαού για τη διάψευση των ελπίδων του.
Αν, παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση αποφασίσει την προκήρυξη δημοψηφίσματος, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι δανειστές να μη συμφωνήσουν σε οποιαδήποτε χρηματοδότηση της χώρας μέχρι τη διεξαγωγή του. Μπορεί η κυβέρνηση να καλύψει τις υποχρεώσεις της μέχρι το δημοψήφισμα;
Αν υποθέσουμε ότι ξεπερνιέται και αυτός ο σκόπελος, και η κυβέρνηση προκηρύξει το δημοψήφισμα με το παραπάνω ερώτημα, τότε υπάρχουν δύο ενδεχόμενα:
Με δεδομένη τη θέση που διατυπώνεται σε δημοσκοπήσεις για παραμονή της χώρας στο ευρώ, έστω και με μνημόνιο (διότι η συμφωνία για την οποία θα διεξαχθεί το δημοψήφισμα συνεπάγεται κάποιου είδους «μνημόνιο», έστω και αν σ’ αυτό δοθεί άλλο όνομα), υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα να είναι ΝΑΙ σε ποσοστό πάνω από το 50%. Στην περίπτωση αυτή το πολιτικό, ηθικό αλλά και λογικό (αν υπάρχει λογική στην πολιτική) ερώτημα είναι: Πόσο μπορεί να σταθεί μια τέτοια κυβέρνηση που θέλει να λέγεται «κυβέρνηση της Αριστεράς», όταν εφαρμόζει πολιτική παρόμοια με εκείνη των προκατόχων της;
Στη λιγότερο πιθανή περίπτωση που η απάντηση της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος στο ερώτημα του δημοψηφίσματος είναι ΟΧΙ, η χώρα θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο, διότι η κυβέρνηση δεν θα μπορεί να προχωρήσει στην εφαρμογή της συμφωνίας, το περιεχόμενο της οποίας τέθηκε σε δημοψήφισμα, και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι δανειστές μας να αρνηθούν να προχωρήσουν σε νέες διαπραγματεύσεις για μια νέα συμφωνία. Τι θα γίνει τότε; Θα μπορέσει η κυβέρνηση να παραμείνει στην εξουσία, όταν θα είναι αδύνατο να εκπληρώσει βασικές υποχρεώσεις του κράτους όχι προς τους δανειστές (αυτό θα είναι αδύνατο), αλλά προς τον λαό;
Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν αν –παρά τις υποχωρήσεις που έχει κάνει η κυβέρνηση στα όσα δεσμεύτηκε να υλοποιήσει με τις προγραμματικές της δηλώσεις– οι δανειστές επιμείνουν σε μια συμφωνία που δεν θα σέβεται έστω τις «κόκκινες γραμμές», ή όπως δήλωσε ο πρωθυπουργός «τη βγάζει από τα όρια», τότε η μόνη, κατά τη γνώμη μου, επιλογή που έχει η κυβέρνηση –αν δεν θέλει να εξομοιωθεί με τις προκατόχους της να απογοητεύσει τον λαό και να αυτο-απαξιωθεί τελείως– είναι να υποβάλει την παραίτησή της στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Αν οι διερευνητικές εντολές, στις οποίες θα προχωρήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης αποβούν άκαρπες (όπως είναι σχεδόν βέβαιο με δεδομένη τη σημερινή σύνθεση της Βουλής), θα προκηρυχθούν εκλογές και ο λαός (ο μόνος αρμόδιος), με βάση τις θέσεις των κομμάτων που θα λάβουν μέρος σ’ αυτές και τις συνέπειες των θέσεων αυτών, θα αποφασίσει ποιο θα είναι το μέλλον της χώρας.
*πρώην αντιπροέδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ
