ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι παράτες είναι χρήσιμες για να ξεχνάμε και να ξεχνιόμαστε. Να ξεχνιόμαστε από τα καθημερινά μαρτύρια και να ξεχνάμε τις αιτίες που τα προκάλεσαν. Γι’ αυτό, τις περισσότερες φορές, αυτοί που τις οργανώνουν φροντίζουν να αποσιωπούν τα κομμάτια της ιστορίας που προσφέρονται για συγκρίσεις.

Διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του ’21 και ο τόπος βιώνει -για ακόμα μία φορά- την εφιαλτική ζωή του οφειλέτη. Η Κομισιόν, η ΕΚΤ, ο ΕΜΣ, το ΔΝΤ, οι τραπεζίτες επιδοκιμάζουν – αποδοκιμάζουν, εγκρίνουν – απορρίπτουν, ρυθμίζουν τις ανάσες και τη ζωή μας με πρόσχημα τα δανεικά.

Οι κυβερνήτες μας προσπαθούν συστηματικά να καλλιεργήσουν την εικόνα του πρωτόγνωρου για να δικαιολογήσουν τις αποφάσεις τους. Ομως η ιστορία πάει πολύ πίσω. Διακόσια χρόνια. Στις μέρες του ’21. Τότε που ξεκίνησε η ιστορία των «ενάρετων» δανειστών.

1824, 1825: Οι ανάγκες χρηματοδότησης του απελευθερωτικού αγώνα πιεστικές. Ο εξωτερικός δανεισμός ήταν μονόδρομος. Οι κυβερνήσεις της επαναστατημένης Ελλάδας στράφηκαν στο οικονομικό κέντρο της εποχής εκείνης, το Λονδίνο, για να αναζητήσουν δανεικά.

Το πρώτο δάνειο: Η ελληνική κυβέρνηση στέλνει απεσταλμένους στη βρετανική πρωτεύουσα τους Ι. Ορλάνδο και Α. Λουριώτη. Αυτοί, σε συνεργασία με το φιλελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου, υπογράφουν δανειακή σύμβαση (21/2/1824) με τον οίκο Λόφναν, ύψους 800.000 στερλινών σε τιμή εκδόσεως 59% και επιτόκιο 5% και διάρκεια 36 ετών. Εγγύηση για τους τόκους των δανείων δόθηκαν όλα τα δημόσια έσοδα και για το κεφάλαιο όλα τα «εθνικά κτήματα». Από τις 800.000, θεωρητικά θα δίδονταν στην Ελλάδα μόνο οι 459.700, αλλά αφαιρέθηκαν οι τόκοι και τα χρεολύσια δύο ετών, οι προμήθειες και τα διάφορα έξοδα και έτσι στα ταμείο μπήκαν μόλις 298.700 που κατατέθηκαν σε τράπεζες του Καίσαρα Λογοθέτη και του Σαμουήλ Βαρφ.

Το δεύτερο δάνειο: Κεντρικός διαπραγματευτής ο Ι. Ορλάνδος. Το δάνειο δόθηκε από την τράπεζα των αδελφών Ρικάρδο. Η συμφωνία υπογράφηκε στις 7/2/1825. Το ονομαστικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 2.000.000 στερλίνες που διαιρέθηκαν σε 200.000 ομολογίες που εκδόθηκαν στο 55,5% της ονομαστικής αξίας. Αυτό σημαίνει 1.110.000 στερλίνες κέρδος για τους δανειστές. Προεισπράχθηκαν τόκοι 2 ετών (220.000 στερλίνες), χρεολύσια 1 έτους, προμήθεια πληρωμής τόκων (64.000), προμήθεια μεσιτείας και διάφορα έξοδα καθώς και εξαγορά των ομολογιών (212.220 ). Διαχειριστές του δανείου οι Αγγλοι.

Αλλά αντί το εναπομείναν ποσό να αποσταλεί στην Ελλάδα, απορροφήθηκε σε εξοπλιστικές δαπάνες εκτός Ελλάδας:

■ Βαριά και ελαφρά όπλα: 77.000 στερλίνες. Παραδόθηκαν λιγότερα κανόνια και με μεγάλη καθυστέρηση.

■ Παραγγελία ατμοκίνητων πλοίων στην Αγγλία και σύσταση εκστρατευτικού σώματος: 160.000 στερλίνες. Παραγγέλθηκαν 6 πλοία σε ναυπηγείο που είχε κεντρικό πελάτη τον Ιμπραήμ που σάρωνε την Πελοπόννησο. Από αυτά, έφτασαν στην Ελλάδα τρία («Καρτερία», «Ελπίδα», «Ερμής») με μεγάλη καθυστέρηση.

■ Παραγγελία 2 φρεγατών στις ΗΠΑ: 155.600 στερλίνες. Η ιστορία είναι πέρα για πέρα απίστευτη: Οι δυο τους συμφώνησαν να σταλεί ως εμπειρογνώμων στο ναυπηγείο των ΗΠΑ ένας… Γάλλος στρατηγός ιππικού (Lallemand) με μισθό 120 λίρες τον μήνα. Μόλις ο Γάλλος έφτασε στη Νέα Υόρκη, απευθύνθηκε σε δύο ναυπηγεία ((Leroy, Bayard &Co και G.G.Howland). Επέλεξε το πρώτο, καθώς ένας από τους δύο συνεταίρους ήταν πρόεδρος του φιλελληνικού κομιτάτου. Πριν ακόμα ξεκινήσουν οποιαδήποτε εργασία, εισέπραξαν μία επιταγή 120.000 λιρών.

Αμέσως μετά, ο Γάλλος αποδέχτηκε την αλλαγή της συμφωνίας. Ετσι, αντί για προκαθορισμένη κλειστή τιμή, το τελικό κόστος θα υπολογιζόταν με βάση τις ώρες εργασίας. Σε έξι μήνες είχαν εισπράξει 750.000 δολάρια και δεν είχαν παραδώσει ούτε βάρκα. Για να έχει κανείς ένα μέτρο σύγκρισης, η κυβέρνηση των ΗΠΑ για όμοια πλοία πλήρωνε 250.000 δολάρια το ένα. Ζητούσαν μάλιστα άλλες 275.000 δολάρια για να συνεχιστούν οι εργασίες. Ομως τα λεφτά είχαν τελειώσει. Τότε ξεσπά το «σκάνδαλο του Λονδίνου» και αποφασίζεται να πουληθεί η μία από τις δύο φρεγάτες. Την αγοράζει η αμερικανική κυβέρνηση για 223.570 δολάρια (225.000 δολάρια λιγότερο από ό,τι στοίχισε). Δηλαδή το ένα καράβι που παραδόθηκε, κόστισε 750.000 δολάρια.

Συνολικά η Ελλάδα στα κιτάπια των τραπεζιτών βρέθηκε να χρωστά 2.800.000 λίρες. Παρά τη ληστρική διαχείριση που έγινε, έπρεπε να εισπράξει 1.572.000 λίρες, αλλά στα ταμεία μπήκαν μόνο 540.000. Με επιτόκιο 5,5% σήμαινε ότι έπρεπε να πληρώνει 154.000 λίρες τον χρόνο στους ομολογιούχους για τόκους, χωρίς να ξεπληρώνει τίποτα από το κεφάλαιο.

Φυσικά ανακύπτουν μείζονα ερωτήματα σχετικά με το πώς καταλήξαμε σε αυτό το αδιέξοδο. Ακόμα και σήμερα δεν έχει δοθεί απάντηση στο ερώτημα «ποιος φταίει». Κατηγορήθηκαν οι διαπραγματευτές, ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης. Αρχικά απαλλάχθηκαν, αλλά το 1835 το Ελεγκτικό Συνέδριο τους κήρυξε αλληλεγγύως χρεώστες για κάτι παραπάνω από 27.000 λίρες.

Οπως αναφέρει ο Δερτιλής, μόνο ο Κόχραν πληρώθηκε 57.500 λίρες, που ισοδυναμούσε «στο εισόδημα 50 ετών μιας μεσοαστικής οικογένειας εκείνης της εποχής».

Και σίγουρα δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς τον ρόλο των Βρετανών τραπεζιτών αλλά και των διάφορων «φιλελλήνων». Εφημερίδες, όπως η The Times, προχώρησαν σε κλιμακωτή επίθεση προς τους κορυφαίους δανειστές: «Είθε τα χρήματα τα οποία εληστεύθησαν εν ονόματι των Ελλήνων, να επιρρίψουν το ανάθεμα κατά της κεφαλής εκείνων οι οποίοι τα κατέχουν».

Ο Κ. Σιμόπουλος διατυπώνει την άποψή ότι το «Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου» δημιουργήθηκε από πολιτικές σκοπιμότητες και κερδοσκόπους, που επιχειρούσαν να προβάλουν βρετανικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Ο Ορλάνδος υποστήριξε ότι «το μεγαλύτερο μέρος των φίλων της Ελλάδας δεν δόξαζε άλλο θεό, παρά τον κερδώο Ερμή».

Τα περιβόητα «δάνεια της ανεξαρτησίας» δεν μπόρεσαν να εξυπηρετηθούν και ταλαιπωρούσαν τη χώρα συνεχώς, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα (1879), οπότε επήλθε ένας συμβιβασμός. Ο Ελληνας κλήθηκε να πληρώσει ιδιώτες ομολογιούχους, κάποιοι από τους οποίους αγόρασαν στη δευτερογενή αγορά ένα ομόλογο ονομαστικής αξίας 100 καταβάλλοντας 5 δρχ.

Ιστορίες 200 ετών. Επίκαιρες, χρήσιμες και διδακτικές, που οι κυβερνήτες επιλέγουν να τις αποσιωπούν για να μπορούν να τις επαναλαμβάνουν.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας