Οι εννιά ξενώνες της περιοχής των Γρεβενών, που εκκενώθηκαν την προηγούμενη βδομάδα με απόφαση του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, φιλοξενούσαν τον περασμένο Δεκέμβριο, σύμφωνα με όσα στοιχεία δίνει ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης, 730 πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο.
Επρόκειτο κυρίως για οικογένειες με παιδιά, με αποτέλεσμα σχεδόν οι μισοί φιλοξενούμενοι να είναι έως 18 ετών. Η καταγωγή τους ήταν κυρίως από τη Συρία και το Αφγανιστάν, αλλά επίσης από το Ιράκ, τη Σομαλία και άλλες 16 χώρες συνολικά.
Ηταν οι συνθήκες ζωής αυτών των ανθρώπων ιδανικές; Ασφαλώς όχι, αν σκεφτούμε ότι οι εν λόγω ξενώνες βρίσκονται σε ορεινούς οικισμούς σε μεγάλη απόσταση (από 30 έως 50 χλμ.) από τα Γρεβενά, ορισμένοι μάλιστα σε αρκετή απόσταση ακόμα και από τα μικρά γειτονικά χωριά, αυτά των λίγων κατοίκων και των ανεπαρκών υποδομών.
Τα σχολεία συνήθως μακριά, όσο λειτούργησαν και όσο δεν βρέθηκαν στο στόχαστρο φοβικών αντιδράσεων. Το πιο κοντινό φαρμακείο, στην καλύτερη περίπτωση, 8 χιλιόμετρα μακριά. Δημόσια συγκοινωνία, ανύπαρκτη.
Ωστόσο η διάσπαρτη αυτή «Δομή Φιλοξενίας Γρεβενών» ήταν μία από τις λίγες στην επικράτεια που δεν ακολουθούσε το μοντέλο του «στρατοπέδου». Οι ξενώνες δεν διαχωρίζονται με φράχτες και δεν έχουν ελεγχόμενες εισόδους. Οι κάτοικοί τους διαμένουν σε κανονικά δωμάτια τα οποία, έστω και με ανεπαρκή διαθέσιμο χώρο, εξυπηρετούν την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών με αξιοπρέπεια και προστατεύουν την ιδιωτικότητα.
Δεν υπάρχουν κοντέινερ που με την άκαμπτη κανονικοποιημένη διάταξή τους θυμίζουν φυλακές ή κέντρα κράτησης. Οι κοινόχρηστοι χώροι εξυπηρετούν την κοινωνικότητα αντί να εκθέτουν τις στερήσεις.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει σχετικά το Αθηναϊκό Πρακτορείο, όσοι εκ των πρώην κατοίκων ανήκουν στην κατηγορία των αιτούντων άσυλο μεταφέρθηκαν σε «δομές φιλοξενίας» στη Βόρεια και την Κεντρική Ελλάδα. Προστέθηκαν δηλαδή στις περίκλειστες εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο όριο της επίσημης χωρητικότητάς τους ή το έχουν ήδη ξεπεράσει. Οι άλλοι μισοί, αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, έχουν ταξιδιωτικά έγγραφα και μάλιστα έχουν ήδη αγοράσει εισιτήρια για άλλες χώρες όπου πρόκειται να μεταβούν.
Οποιος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο (κάνει ότι) αγνοεί πως οι πρόσφυγες μπορούν μεν να ταξιδέψουν, αλλά δεν έχουν δικαίωμα παραμονής σε άλλη χώρα. Στην πραγματικότητα, αν μείνουν χωρίς άλλη στεγαστική συνδρομή, θα καταλήξουν συνήθως άστεγοι και θα αναγκαστούν να ζητήσουν καταφύγιο σε πρόχειρες σκηνές κάποιας άλλης δομής ως «υπεράριθμοι». Στην εποχή της πανδημίας, την ώρα που υποτίθεται ότι ένα βασικό μέσο προστασίας είναι η παραμονή στο σπίτι, κάποιοι αναγκάζονται να κατοικήσουν σε χώρους που καθιστούν τα υγειονομικά μέτρα ανεφάρμοστα.
Τι δείχνουν όλα αυτά; Οτι η ηγεσία του υπουργείου αδυνατεί να αντιληφθεί τη στέγαση αιτούντων άσυλο και προσφύγων έξω από τη λογική του διαχωρισμού και της απομόνωσης. Αντί να επιδιώξει την κατάργηση των χώρων φιλοξενίας σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και εγκαταλειμμένα βιομηχανικά κτίρια, επιλέγει να υποβαθμίσει τις δυνατότητες μιας άλλης, ανοιχτής φιλοξενίας. Χιλιάδες άνθρωποι αντιμετωπίζουν έτσι, πέρα από τον υπερσυνωστισμό και τα δεινά που τον συνοδεύουν, το πρόσθετο κοινωνικό στίγμα της διαμονής σε κάτι-που-δεν-είναι-κατοικία.
Τα προηγούμενα χρόνια ακούσαμε να αναπαράγεται μονότονα ο περίφημος «κίνδυνος γκετοποίησης» εξαιτίας της εγκατάστασης των μεταναστών στις γειτονιές των πόλεων. Τώρα όμως βλέπουμε την πραγματική έννοια της γκετοποίησης σε εφαρμογή: υποχρεωτική παραμονή σε χώρους που απαγορεύουν την κοινωνική ανάμειξη και παράγουν τις συνθήκες του κοινωνικού περιθωρίου.
Ο ορίζοντας της φιλοξενίας των εκτοπισμένων περιορίζεται δραστικά από τη δομή (υλική και θεσμική) του στρατοπέδου. Ισως χρόνια μετά όλο αυτό να είναι μια θλιβερή ανάμνηση της προσωπικής και οικογενειακής ιστορίας κάποιων ανθρώπων. Για την ώρα είναι μια πολιτική τιμωρητική, άδικη, βίαιη και επικίνδυνη.
*Γεωγράφος, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών
