Εδώ και έναν χρόνο σχεδόν, η ελληνική -και όχι- μόνο κοινωνία έχει προσαρμοστεί στα δεδομένα της πανδημίας, σε συνθήκες εγκλεισμού και αυτοπεριορισμού. Στη συγκυρία αυτή η κυβέρνηση βρήκε την ιδανική ευκαιρία να νομοθετήσει αντιδραστικές αλλαγές σε διάφορα κοινωνικά πεδία, χωρίς συχνά να ακολουθείται καν η διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης.
Συγκεκριμένα, στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση -με μία ελληνική πρωτοτυπία- οι υπουργοί Παιδείας και Προστασίας του Πολίτη συνεργάστηκαν για τη σύνταξη ενός νομοσχεδίου που αλλάζει όλα τα δεδομένα για τη φοιτητιώσα νεολαία, στην καλύτερη αγνοώντας και στη χειρότερη καταστέλλοντας άγρια τις αντιδράσεις πρυτανικών αρχών, καθηγητών/τριών και φοιτητών/τριών.
Το ν/σ, που κατατέθηκε στις αρχές του χρόνου, προβλέπει τη θεσμοθέτηση πειθαρχικών διατάξεων απονομιμοποιώντας «φωτογραφικά» πρακτικές του φοιτητικού συνδικαλισμού, την αφισοκόλληση, τις μικροφωνικές παρεμβάσεις, τις συλλογικές διαδικασίες.
Η αυταρχικότητα των διατάξεων αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην πρόβλεψη κυρώσεων που κυμαίνονται από επίπληξη μέχρι διαγραφή από τη σχολή, αλλά και στη σύσταση πειθαρχικού συμβουλίου που θα «δικάζει» τους/τις παραβάτες/ισσες.
Ταυτόχρονα, το πειθαρχικό πλαίσιο κατευθύνεται προς τον αποκλεισμό από τον χώρο του Πανεπιστημίου οποιασδήποτε δραστηριότητας εκφεύγει του ακαδημαϊκού σκοπού, απαγορεύοντας τις πολιτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συνοδεύεται, δε, από την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα, σε μια ευθεία στοχοποίηση της φοιτητικής ιδιότητας, αφού πλέον θα θεωρούμαστε εν δυνάμει εγκληματίες και θα τιμωρούμαστε αυστηρότερα, μόνο και μόνο επειδή είμαστε φοιτητές/τριες. Το μέτρο αυτό στο σύνολό του στοχεύει στη διαμόρφωση ενός πολύ συγκεκριμένου μοντέλου πειθήνιου/ας φοιτητή/τριας.
Την ίδια πειθάρχηση και εντατικοποίηση προσπαθεί να επιβάλει η Ν.Δ. θεσπίζοντας ανώτατο όριο φοίτησης (στα ν+2 ή ν+3 έτη). Πρόκειται για άλλο ένα μέτρο που δεν λαμβάνει υπόψη τις φοιτητικές ανάγκες, αφού πλήττει κατ’ αρχάς τους/τις φοιτητές/τριες εργαζομένους/ες, που δουλεύουν στην πλειονότητά τους χωρίς ένσημα και, άρα, δεν καλύπτονται από τις -προσχηματικές- μεταβατικές διατάξεις.
Πλήττει όμως και τον καθένα και την καθεμία από εμάς, αφού σε πολλές περιπτώσεις, το ανώτατο όριο σπουδών είναι πολύ χαμηλότερο του μέσου όρου ετών αποφοίτησης για κάθε τμήμα. Δημιουργείται έτσι ένα εντατικοποιημένο πλαίσιο που δεν θα μας επιτρέπει να οργανώσουμε εμείς τις σπουδές μας, σύμφωνα με τους δικούς μας ρυθμούς, αλλά μας επιβάλλει να γίνουμε χρήσιμοι/ες στην αγορά εργασίας όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Επιστέγασμα των παραπάνω αποτελεί η σύσταση ειδικού σώματος πανεπιστημιακής αστυνομίας που θα διασφαλίζει την τήρηση του πειθαρχικού δικαίου στις σχολές αλλά και εν γένει την «ησυχία, τάξη και ασφάλεια». Το σώμα αυτό θα εδρεύει στα Πανεπιστήμια, θα υπάγεται όμως και θα λογοδοτεί στην ΕΛ.ΑΣ., θίγοντας κατάφωρα το συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αστυνομική βία και αυθαιρεσία που θα μεταφερθεί μέσα στις σχολές.
Ξέρουμε, εξάλλου, από πρώτο χέρι ότι αστυνομία σε πανεπιστημιακό χώρο σημαίνει φοιτητές/τριες ομήρους για ώρες, πνιγμένους/ες στα χημικά και χτυπημένους/ες. Συγχρόνως, το αφήγημα περί της φύλαξης των Πανεπιστημίων του εξωτερικού διαψεύδεται πανηγυρικά, αφού κανένα σώμα φύλαξης Πανεπιστημίου δεν υπάγεται στην εγχώρια αστυνομία, όπως δήλωσε πρόσφατα το σωματείο εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Η Ν.Δ. διαμορφώνει ένα πεδίο πρόσφορο για επενδύσεις, εις βάρος της δημόσιας και δωρεάν Παιδείας, συμπληρώνοντας τα μέτρα στήριξης των ιδιωτικών κολεγίων και τη θέσπιση νέας βάσης εισαγωγής που θα στρέψει όλο και περισσότερους/ες μαθητές/τριες στην ιδιωτική εκπαίδευση. Το Πανεπιστήμιο που οραματίζονται είναι ολοένα μετακινούμενο στη σφαίρα του ιδιωτικού, κλειστό στην κοινωνία, ελεγχόμενο με κάρτες εισόδου και κάμερες, αστυνομοκρατούμενο και με φοιτητές/τριες πειθαρχημένους/ες και αποπολιτικοποιημένους/ες.
Εμείς σε όλα αυτά απαντάμε πως η παραβατικότητα την οποία επικαλούνται είναι ένα συνολικό κοινωνικό φαινόμενο, στο οποίο η λύση σε καμία περίπτωση δεν είναι η αστυνομική καταστολή και βία. Ζητάμε, αντί των 30.000.000 ευρώ που θα κοστίσει η εφαρμογή του ν/σ αυτού, να δοθεί ουσιαστική χρηματοδότηση ώστε να καλυφθούν οι θέσεις μόνιμων φυλάκων, καθηγητών, καθαριστικού προσωπικού, ώστε να επιστρέψουμε στις σχολές μας όπως τις ξέρουμε, ζωντανές, ελεύθερες, δημόσιες και δωρεάν, πολιτικοποιημένες, εστίες αγώνα και αντίστασης σε όσους μας θέλουν να πειθαρχούμε και να σιωπούμε.
*φοιτητής Πολιτικών Μηχανικών στο ΕΜΠ, συμμετέχει στην Αριστερή Ενότητα
**φοιτητής Διεθνών Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών στο ΟΠΑ, συμμετέχει στην Αριστερή Ενότητα
***φοιτήτρια Νομικής στο ΕΚΠΑ, συμμετέχει στην Αριστερή Ενότητα
