Στις 9 Νοεμβρίου, λίγο μετά τις αμερικανικές εκλογές, στο άρθρο μου με τίτλο «Ο Τραμπ δεν ήταν παρένθεση», έκανα την εκτίμηση ότι η νίκη Μπάιντεν δεν πρόκειται να εξασφαλίσει καμία ήττα του τραμπισμού ως πολιτικοκοινωνικό κίνημα.
Ο τέως πρόεδρος των ΗΠΑ τα προηγούμενα χρόνια κατάφερε αναμφίβολα να συνδεθεί με ευρύτερες μετατοπίσεις προς το ιδεολογικό πεδίο της υπερσυντήρησης, που πραγματοποιούνται ταυτόχρονα και σε άλλα σημεία του πλανήτη (Βραζιλία, Πολωνία, Ουγγαρία, Ινδία, Ρωσία). Στην περίπτωση των ΗΠΑ, οι μετατοπίσεις αυτές του εξασφάλισαν, εν μέσω κάμψης και σκανδάλων, λίγο πάνω από 74 εκατομμύρια ψήφους (47%). Είναι φανερό λοιπόν ότι σε καμία περίπτωση το φαινόμενο Τραμπ δεν μπορεί να θεωρηθεί σποραδικό, πρόσκαιρο ή σε παρακμή, και θα εξηγήσω τους λόγους.
Διανύουμε μια περίοδο διευρυνόμενης αντιπολιτικής στο Δυτικό τόξο. Ειδικότερα στις ΗΠΑ οι οποίες αποτέλεσαν μοχλό εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού στο εσωτερικό της και διεθνώς μετά τη δεκαετία του 1970, οι κοινωνικές συνέπειες ήταν τόσο καταστροφικές που οδήγησαν με άναρχο τρόπο σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε ακροδεξιό λαϊκισμό. Από το 2016, εν μέσω πανηγυρισμών η διακυβέρνηση των ΗΠΑ επιχείρησε –και ώς έναν βαθμό το πέτυχε– να επιτεθεί και εν συνεχεία να αποσύρει τη στήριξή της σε παραδοσιακούς θεσμούς της παγκοσμιοποίησης σε διεθνές επίπεδο.
Ηταν θέμα χρόνου η θεσμική υπέρβαση να μεταφερθεί και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Και στο εσωτερικό πάντα, ο εχθρός δεν είναι αφηρημένα «ένας άλλος». Είναι «ο διπλανός». Στην προκειμένη περίπτωση, η στοχοποίηση συνολικά της εκλογικής διαδικασίας, των κρατικών υπαλλήλων που την επιβλέπουν (βλ. Τζόρτζια), των ψηφοφόρων του αντίπαλου κόμματος και τελικά της νομοθετικής (Καπιτώλιο) και εκτελεστικής εξουσίας (αντιπρόεδρος Πένς).
Τα γεγονότα στο Καπιτώλιο ήρθαν να επιβεβαιώσουν ορισμένους όχι και τόσο αισιόδοξους, ωστόσο ρεαλιστές. Η ήττα του Τραμπ μπορεί να σημάνει αλλαγές σε μια σειρά από πολιτικές κατευθύνσεις. Ομως στη βαθιά Αμερική και τη μεσαία-εργατική τάξη, ιδιαίτερα στα πιο σκληρά και πολωμένα τμήματά της, όχι μόνο δεν παρατηρείται ρευστότητα ή προβληματισμός αλλά αντίθετα, η αντιπολίτευση μάλλον θα λειτουργήσει ευεργετικά για τους ακραίους μια και θα πυκνώσει τη συσπείρωσή τους.
Δυστυχώς, η πλειοψηφούσα ραχοκοκαλιά των Δημοκρατικών αλλά και δημοσιογράφοι σε αναλύσεις τους σε μεγάλα Μέσα, είτε υποτιμούν το φαινόμενο είτε το παρερμηνεύουν. Δεν είναι τυχαίο το άρθρο του «Βήματος» στις 15 Ιανουαρίου με τίτλο «Ο ναρκισσισμός στην εξουσία», στο οποίο η κ. Γεραντώνη επιστρατεύει τα προσωπικά γνωρίσματα του τέως προέδρου (ναρκισσιστής, απαράμιλλη γοητεία, πονηρός, εγωπαθής) για να ερμηνεύσει τη ροπή του προς τον νεοφασισμό. Οσο οι αναλύσεις εξαντλούνται σε τέτοια επίπεδα, παραγνωρίζουν επικίνδυνα το πολιτικό επίπεδο, τις κοινωνικές μεταβλητές και τα πραγματικά αδιέξοδα που ανέδειξαν τον Τραμπ σε αυτό που είναι.
Τα γεγονότα του Καπιτωλίου δεν έκλεισαν έναν κύκλο έντασης και διχασμού. Αντίθετα, τον άνοιξαν. Λειτούργησαν απελευθερωτικά, ως μια ιδιότυπη προγραμματική αποτύπωση ενός περίπου 25% του αμερικάνικού πληθυσμού το οποίο στηρίζει ανοιχτά στις δημοσκοπήσεις την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου (επομένως και την ατζέντα και τις πρακτικές του).
Εξάλλου, ο Ντόναλντ Τραμπ, ανάμεσα στις αλλοπρόσαλλες και αλληλοσυγκρουόμενες δηλώσεις που έκανε στη σκιά των γεγονότων της Ουάσινγκτον, επιβεβαίωσε αυτή την εκτίμηση και στις 8 Ιανουαρίου, δήλωσε με νόημα: «Σε όλους τους υπέροχους υποστηρικτές έχω να πω ότι το ξέρω πως είστε απογοητευμένοι, θέλω όμως να ξέρετε ότι αυτή η απίστευτη πορεία μας μόλις έχει ξεκινήσει».
Η πορεία για την περαιτέρω οργάνωση και ιδεολογική θωράκιση του τραμπισμού ως διακριτό πλέον κοινωνικό μπλοκ έχει ήδη ξεκινήσει με τη δημιουργία ειδικών πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης, επικοινωνίας και οργάνωσης με στόχο αποκλειστικά τους υπερσυντηρητικούς ψηφοφόρους. Αυτή η προσχεδιασμένη και μάλλον έξυπνη «στροφή προς τα ενδότερα του ακραίου χώρου» θα ισχυροποιήσει τη συνοχή του στρατοπέδου του Τραμπ, παρά θα την αποδυναμώσει.
Η εκτίμηση που μιλάει για «ήττα του Τραμπ στο Καπιτώλιο», όπως την επόμενη των εκλογών έτσι και τώρα, αποτυγχάνει να λάβει υπόψη μία σειρά από βασικές προϋποθέσεις. Οφείλει να γίνει κατανοητό ότι ο Τραμπ δεν πόλωσε ακραία τον δημόσιο διάλογο για να κερδίσει περισσότερο κόσμο, αυξάνοντας τα επίπεδα δημοφιλίας του. Ο στόχος ήταν άλλος, να θωρακίσει κι άλλο το στρατόπεδό του με αυτοπεποίθηση. Η κλιμάκωση σε επίπεδο ρητορικής και πρακτικής εξυπηρετεί υποδειγματικά αυτό τον στόχο. Πράγματι οι χιλιάδες αφηνιασμένοι και οπλισμένοι ακροδεξιοί στο Καπιτώλιο, παρά τις συνθήκες γενικευμένης κούρασης που επικρατούν στο ευρύτερο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο, έμοιαζαν περισσότερο πεισμένοι και ενθουσιώδεις από ποτέ.
Η ακροδεξιά πολιτική βία, οι πολιτοφυλακές, δεν είναι απλά σημάδια των καιρών. Ο εθνικός κορμός της αμερικανικής ιδεολογίας παραδοσιακά έχει συγκροτηθεί πάνω σε μία αντικρατική προσέγγιση που πηγάζει από την αγγλοσαξονική εκδοχή του τι συνιστά ελευθερία, σταθερά απέναντι σε κάθε μορφή παρεμβατισμού από το επίπεδο των δικαιωμάτων μέχρι την οικονομία. Δεν είναι δύσκολο για έναν Αμερικανό που θεωρεί τον εαυτό του πατριώτη να ενθαρρυνθεί από το άρθρο 2 του Αμερικανικού Συντάγματος, το οποίο μιλάει ανοιχτά για αυτοσχέδιες οπλισμένες πολιτοφυλακές «απέναντι σε όσους επιβουλεύονται την ελευθερία του έθνους», με ό,τι βέβαια και αν σημαίνει αυτό.
Ο δρόμος είναι λοιπόν αναμφίβολα ανηφορικός. Οταν πάνω από ένας στους τρεις Αμερικανούς βλέπει στην τηλεόρασή του οπλισμένους λευκούς τρομοκράτες στο Καπιτώλιο και λίγο αργότερα στις δημοσκοπήσεις δηλώνει ότι τελικά ήταν ειρηνικοί, η εξοικείωση με την πολιτική βία και τη λευκή τρομοκρατία είναι κάτι που μας προμηνύει τα μελλούμενα.
Ερώτημα: Χωράει ο Τραμπ στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα; Απάντηση: Στον βαθμό που το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υπάρχει και λειτουργεί ως πολιτική οργάνωση των αιτημάτων του αστισμού, ο Τραμπ χωράει. Το γεγονός ότι o Tραμπ, παρά το γεγονός ότι από το 2016 υπέφερε από σκάνδαλα, επιθέσεις του Τύπου, έξωθεν παρεμβάσεις και διεθνή απομονωτισμό, κατάφερε τελικά και αύξησε την εκλογική του επιρροή κατά 11 ολόκληρα εκατομμύρια ψήφους τον περασμένο Νοέμβριο, συνιστά πολιτικό άθλο και αυτό δεν περνάει στα ψιλά για το ρεπουμπλικανικό κατεστημένο, το οποίο γενικά θέλει να κερδίζει εκλογές. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι το συντηρητικό στρατόπεδο είναι ενωμένο. Αναμφίβολα, η πιο κεντροδεξιά τάση ονειρεύεται ένα κόμμα που θα λειτουργεί ως υποδειγματικός εκπρόσωπος της παράδοσης του Λίνκολν. Ομως στις ΗΠΑ τα κόμματα δεν λειτουργούν ως συλλογικοί διανοούμενοι και έτσι ο εσωκομματικός διάλογος για την επόμενη ημέρα φαίνεται πως θα εξαρτηθεί από προσωπικές στρατηγικές, οι οποίες για την ώρα δεν έχουν κάνει εμφανή την παρουσία τους.
Η ανυπαρξία συγκροτημένης αντιπρότασης από την αμερικάνικη Αριστερά δημιουργεί τέλειες συνθήκες ώστε ο τραμπισμός να εγκλωβίσει ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας και να το πολιτικοποιήσει περαιτέρω. Από την άλλη, οι επιλογές του νέου προέδρου Μπάιντεν για το κυβερνητικό σχήμα δέχονται ήδη κριτική για έντονες σχέσεις με ιδιωτικά συμφέροντα και βιομηχανίες, οι οποίες είναι πολιτικά προσκείμενες.
Με τη νίκη των Δημοκρατικών και την πλειοψηφία πλέον που κατέχουν στην Γερουσία, ο Μπάιντεν δεν θα έχει πια καμία δικαιολογία για να μην προωθήσει τις προεκλογικές του υποσχέσεις. Με τον Μπέρνι Σάντερς να είναι ο νέος επικεφαλής της Επιτροπής Προϋπολογισμού της Γερουσίας, η νέα διοίκηση αναμφίβολα θα πρέπει να αποδείξει περισσότερα από όσα ίσως πιστεύει ότι αρκούν.
