ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργης-Βύρωνας Δάβος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πολιτική ακηδία που ο κορονοϊός έχει επιβάλει τόσο στα κοινοβουλευτικά και συνδικαλιστικά πράγματα όσο κυρίως στις αντιδράσεις της κοινωνίας απέναντι σε κυβερνητικές μεθοδεύσεις οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς τις μεταβολές στην εκπαιδευτική πολιτική. Τα μέτρα που εξήγγειλε η υπουργός Παιδείας, για τη σύνδεση των σπουδών με την «αγορά», τις αλλαγές στις βάσεις εισαγωγής και τη θέσπιση πανεπιστημιακής αστυνομίας, στόχο έχουν να παγιώσουν την ιδεολογική ταύτιση του σχολείου και του Πανεπιστημίου όχι με την κοινωνική διάσταση του ρόλου τους, αλλά με το μοντέλο παραγωγής και της αναπαραγωγής του στις κοινωνικές σχέσεις.

Η εκπαίδευση όπως την οραματίζεται η υπουργός προάγει τον ταξικό προσανατολισμό του σχολείου, τη στροφή στην ιδιωτική εκπαίδευση και τη διαιώνιση των (οικονομικών) διακρίσεων, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την επαγγελματική εξειδίκευση και «κατάρτιση» και τον καταμερισμό εργασίας (ακόμη και στις σπουδές).

Πέρα από το ελεεινό, αναχρονιστικό, τύπου Μπαϊρακτάρη και κρατικό-τρομοκρατικό μέτρο της πανεπιστημιακής αστυνομίας, το ύπουλο μέτρο για την αλλαγή προσδιορισμού των βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ διαιωνίζει την κρίση στα Πανεπιστήμια, που δημιουργήθηκε και βάθυνε από το 2010 και μετά. Με αυτή διευκολύνεται ακόμη περισσότερο η στροφή των σπουδαστών στα ιδιωτικά ιδρύματα.

Με δεδομένο τον μαρασμό των μικρών και ασύνδετων με τις απαιτήσεις της «αγοράς εργασίας» (έτσι όπως την καθορίζει το παραγωγικό σύστημα), τη μείωση των θέσεων φοιτητών, τη δεδομένη υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση και κακοπληρωμένη εργασία του προσωπικού τους (ΔΕΠ κ.λπ.) είναι λογικό τα παιδιά να στραφούν σε ιδιωτικά ΑΕΙ, κοντά στο σπίτι τους, χωρίς έξοδα για ενοίκια και σίτιση, ταξίδια κ.λπ. Μπορεί ο δούρειος ίππος να είναι η «βελτίωση», η «αποδοτικότητα» των ΑΕΙ, η μείωση μεταγραφών, αιώνιων φοιτητών (που συνήθως αφορούν όσους δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν και βγαίνουν στην εργασία), των μη ανταποκρινόμενων στην αγορά πτυχίων, όμως ο στόχος είναι ο αποκλεισμός των χαμηλών εισοδημάτων από ποιοτική (ακριβή) μόρφωση.

Η ίδια ταξική διάκριση και ο καταμερισμός επιχειρούνται και στη δευτεροβάθμια παιδεία, καθώς με τον σαφή διαχωρισμό επαγγελματικής και θεωρητικής παιδείας, το υπουργείο υποσκάπτει όχι μόνον τη μάθηση, αλλά και τη δυνατότητα αυτόνομης και δημιουργικής κοινωνικοποίησης των νέων, την προσωπική αναζήτηση και μάθηση, μέσα από σχολικές κι εξωσχολικές ασχολίες και διαβάσματα, μέσα από τη «θετικά παρείσακτη αλληλοδιδασκαλία». Γι’ αυτό εξοβέλισε τα καλλιτεχνικά, τη μουσική, την κοινωνιολογία (μη γίνουν αντιληπτές οι κοινωνικές προεκτάσεις των θεσμών).

Το υπουργείο, αντί να προσλάβει διδακτικό προσωπικό, υποβαθμίζει και φυτεύει αστυνομικούς, αποτρέπει δε την ομαλή κι εμπειρική κοινωνικοποίηση των παιδιών. Αυτή η περίοδος μαθητείας (σχολείο και Πανεπιστήμιο) ταυτίζεται με την ηλικία όπου το πρόσωπο αντιλαμβάνεται, διαμορφώνει και αποκτά την ταυτότητά του και επεξεργάζεται τη σχέση του με την κοινωνία και τις συντεταγμένες της. Η υποταγή του σχολείου όχι στην Κοινωνία των Πολιτών, αλλά στην «Πολιτική Κοινωνία» και η πλατύτερη ταύτισή του με την οικονομία και τους στόχους της μετατρέπει τη μάθηση και το σχολείο σε ένα εργαστήριο κατάρτισης και διάθεσης άβουλων παραγωγικών μονάδων και εντείνει την περιφρόνηση του ελεύθερου υποκειμένου και των δυνατοτήτων του.

Το κύριο ερώτημα και διακύβευμα του σχολείου είναι «ποιος ο στόχος του», καθορίζει και το είδος του σχολείου που θεσμοθετεί μια κοινωνία.

Η επιβεβλημένη από το σχολείο επαγγελματική διαλογή, ιδίως όταν το σχολείο υπακούει στις ανάγκες της ταξικότητας και του οικονομικού καταναγκασμού, ωθεί σε έναν εμπρόθετο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, που απολήγει φυσικά και στον κοινωνικό και πολιτικό έλεγχο των υποκειμένων του. Η στοχευμένη γνώση αποκλείει μεγάλο κλάσμα πληθυσμού από δυνατότητες κι ευκαιρίες ανά τον χρόνο, εξειδικεύει κι επιτάσσει ταυτότητες, ευνοεί την επαγγελματική και κοινωνικο-πολιτικο-οικονομική πόλωση.

Τούτη η τεχνητή κοινωνική κι επαγγελματική διαστρωμάτωση επιτελείται από λειτουργικούς διαφορισμούς και την ελεγχόμενη (μέσω της πρόσβασης και στη γνώση) κινητικότητα των μελών της κοινωνίας, διαχωρίζοντάς τα σε όσα δέχθηκαν «καλή εκπαίδευση» και στα εξοβελισθέντα στον επαγγελματισμό των πληβείων. Η ιδέα αυτή για την εκπαίδευση προάγει τον κοινωνικό δαρβινισμό και εμποτίζει την κοινωνία με έναν μοιρολατρικό ντετερμινισμό και υποτέλεια στην κατανομή του πλούτου και την ταξικότητα, διαιωνίζοντας την εγελιανή διαλεκτική σχέση «αφέντη-δούλου», όπου ο τελευταίος αναγνωρίζει την ταυτότητά του μέσα από την αποδοχή της υποτέλειάς του.

 * δημοσιογράφος, δρος Γλωσσολογίας/Φιλοσοφίας