ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασίλης Κων/νου Φούσκας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ελληνική εξωτερική πολιτική υπακούει σ’ ένα δόγμα – «Ανήκομεν εις την Δύσιν». Αυτό μεταφράζεται ως τυφλή προσήλωση στις επιταγές και τα κελεύσματα της ΝΑΤΟϊκής συμμαχίας, των ΗΠΑ και της Ε.Ε.

Ειδικότερα, όπως έδειξε η ιστορική εμπειρία των τελευταίων δέκα χρόνων με τα μνημόνια και την απειλή από τον τουρκικό επεκτατισμό, η ελληνική εξωτερική πολιτική υπάγεται, ως προς το οικονομικό της σκέλος, στη Γερμανία και, ως προς το αμυντικό της σκέλος, στις ΗΠΑ. Από εκεί και πέρα ωσάν να μην υπάρχει τίποτα. Ή αν υπάρχει –π.χ. Γαλλία– αυτό γίνεται με τακτικισμούς, παλινδρομήσεις, αστάθειες και φοβίες κάθε λογής.

Ρωσία, σχεδόν, δεν υπάρχει, τουλάχιστον από το 2005, όταν ναυάγησε ο αγωγός Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη. Η Κίνα είναι κατάλληλη μόνο για να απομυζεί το λιμάνι του Πειραιά – και όχι μόνο. Η Σερβία είναι απαγορευμένη χώρα, διότι δεν τη θέλει η Δύση. Η Βουλγαρία έχει πια μετακομίσει στην επιρροή του Ερντογάν και η Κύπρος θεωρείται βαρίδι – κάτι, βέβαια, που δεν είναι καινούργιο.

Ο ενδοτισμός των ιθυνουσών τάξεων στην Ελλάδα έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που, υιοθετώντας την τουρκική ατζέντα, έχει απεμπολήσει εντελώς το κυπριακό ζήτημα ως θέμα διμερών σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας. Γιατί γίνεται αυτό; Η απάντηση είναι εύκολη. Γιατί –έτσι πίστευαν και πιστεύουν οι διοικούσες ελίτ μας– θα μπορούν έτσι να κάνουν εκχωρήσεις στη Τουρκία στο Κυπριακό χωρίς να δίνουν πολλά στο Αιγαίο. Δηλαδή, πουλάμε την Κύπρο για να σώσουμε το Αιγαίο. Αυτό είναι το πάγιο δόγμα της ελληνικής Δεξιάς και μερίδων του κεντρώου χώρου, τουλάχιστον απ’ το 1963 και δώθε. Στο 2020 ξέρουμε ότι όχι μόνο η Κύπρος έχει διολισθήσει προς μια φιλοτουρκική λύση, αλλά και το Αιγαίο.

Ετσι, με ικανοποίηση διάβασα το βιβλίο των Κώστα Ησυχου και Δημήτρη Καλτσώνη «Πόλεμος ή Ειρήνη;» (εκδόσεις Τόπος), οι οποίοι δεν πέφτουν στη στημένη ιστορική και θεσμική παγίδα των ενδοτικών ελίτ της χώρας και, αφού κάνουν μια σωστή ανάγνωση των διεθνών συνθηκών, προχωρούν στη διατύπωση μιας ολοκληρωμένης πρότασης για τα Ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό με άξονα –και αυτό είναι άκρως σημαντικό– τα λαϊκά συμφέροντα και το λαϊκό κίνημα. Αυτή η πρόταση φέρει τη σφραγίδα μιας διαλεκτικής απεμπλοκής από το ΝΑΤΟ επί τη βάση μιας πολυδιάστατης εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, που εγώ θα την ονόμαζα υβριδική, λόγω των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών που έχει δημιουργήσει η παγκοσμιοποίηση και η κρίση της (παγκόσμιες-υβριδικές αλυσίδες παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης, παγκόσμια και περίπλοκα δίκτυα ισχύος, άνοδος της Κίνας κ.λπ.). Κι ενώ η Τουρκία, θα μας πει το βιβλίο, έχει προχωρήσει στη σωστή ανάγνωση της παγκόσμιας συγκυρίας και από στρατηγική και από τακτική άποψη, η Ελλάδα παραμένει προσκολλημένη στο «Ανήκομεν εις την Δύσιν».

Το βιβλίο έχει κι άλλες καινοτομίες και, ακόμα, είναι άκρως ενημερωτικό. Μία από τις καινοτομίες που αξίζει να επισημανθεί είναι η σύνδεση του κοινωνικού-ταξικού ζητήματος με τις διεθνείς σχέσεις της χώρας και τις αμυντικές δαπάνες. Κι εδώ οι συγγραφείς αποδεικνύουν με σύντομο και γλαφυρό τρόπο τη κατασπατάληση –σε περίοδο μάλιστα διαρκούς λιτότητας και παραπέρα φτωχοποίησης λόγω κορονοϊού– των πόρων για απόκτηση εξοπλισμών με αμφισβητούμενη συμβολή στην αποτρεπτική ισχύ της χώρας. Εδώ το δόγμα «Ανήκομεν εις την Δύσιν» λειτουργεί αποκλειστικά ως παράγοντας εμπλουτισμού ξένων πολυεθνικών συμφερόντων και παραπέρα μαρασμού της Ελληνικής κοινωνίας χωρίς καμία προσφορά στον σκοπό για τον οποίο έγιναν και γίνονται αυτές οι θυσίες. Οι συγγραφείς –και ορθά– κάνουν επίσης λόγο και για το θέμα της διαφθοράς στο κλείσιμο των εξοπλιστικών προγραμμάτων, ένα θέμα καθαρά αστικού χαρακτήρα και κρατικού ορθολογισμού που έχει να κάνει με τη διαφάνεια στις προμήθειες.

Αλλά, πέρα από καινοτομίες, το βιβλίο είναι και πάρα πολύ ενημερωτικό. Με βάση το διεθνές δίκαιο, θα εξηγήσει συνοπτικά, ωστόσο ουσιαστικά, τι είναι οι «γκρίζες ζώνες», ποια είναι η διαφορά μεταξύ υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ και αν έχει νόημα η τουρκική διεκδίκηση για την απο-στρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Οσο για την απάντηση στο ερώτημα του τίτλου του βιβλίου, αυτή είναι αποστομωτική.

Η πρόταση της ειρήνης, θα μας πουν οι Ησυχος και Καλτσώνης, έχει τρεις προϋποθέσεις: α) λαϊκή-κινηματική βάση, δηλαδή ενωτική στήριξη όλου του ελληνικού λαού σε ζητήματα εθνικής-λαϊκής κυριαρχίας με βάση το διεθνές δίκαιο, β) επανεκκίνηση της εθνικής οικονομίας σε κρατική βάση, ειδικά στους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας (π.χ. τηλεπικοινωνίες) και γ) ισχυρή, ευέλικτη (θα έλεγα: και υβριδική) αμυντική βιομηχανία. Θα πρόσθετα και μία τέταρτη, προς όφελος του κυπριακού λαού, ο οποίος λαός –σύμφωνα με τους οραματιστές τού «Ανήκομεν εις την Δύσιν»– «κείται μακράν».

Αυτή, λοιπόν, η τέταρτη προϋπόθεση της ειρήνης, πάνω στην οποία πρέπει να εγκύψει η δημοκρατική διανόηση της χώρας, είναι η απόρριψη του ρατσιστικού προτάγματος μιας διζωνικής λύσης στο κυπριακό ζήτημα και η επεξεργασία στοιχείων ενός Συντάγματος –πολλά απ’ τα οποία αναδεικνύει εύστοχα το βιβλίο– στην κατεύθυνση εμβάθυνσης του δικοινοτισμού και της μείξης όλων των εθνοτήτων και θρησκειών σε μια απο-ΝΑΤΟποιημένη Κύπρο.

 * καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου και αρχισυντάκτης της ακαδημαϊκής επιθεώρησης «Journal of Balkan and Near Eastern Studies»