Συμπληρώθηκαν ήδη οχτώ μήνες από τότε που και η Ελλάδα και οι άλλες χώρες της Ευρώπης (Μάρτιος 2020) επέβαλαν την καραντίνα ως πολιτική μέθοδο προστασίας του πληθυσμού από τον κορονοϊό. Αυτό το χρονικό διάστημα των οχτώ μηνών και για την επιστήμη και για την πολιτική ισοδυναμεί με το ιστορικό ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού τους. Πληροφορούμασταν κάθε τόσο ότι η επιστήμη έκανε ακόμα μια πρόοδο για να επινοήσει αμυντικό μηχανισμό του ανθρώπινου βιολογικού όντος απέναντι στην επίθεση του κορονοϊού και το αποτέλεσμα κάθε φορά ήταν μηδενικό. Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική, η οποία εξ ορισμού είναι η πρακτική μέθοδος που εξασφαλίζει για τον άνθρωπο εν γένει και ειδικότερα για τον πολίτη το «ευ ζην», την ευδαιμονία σ’ αυτή τη γη. Η πολιτική λοιπόν μπροστά στην επέλαση του κορονοϊού είναι ανύπαρκτη. Εχει φτάσει στον «βαθμό μηδέν» της ύπαρξής της.
Επειδή δεν ενδιαφέρομαι να γράψω ένα δοκιμιακό κείμενο με θέσφατα και προτάσεις σοφίας, αλλά αντιθέτως θέλω να κάνω έναν πολιτικό απολογισμό για τη διαχείριση της πανδημίας στην Ευρώπη κατά το οχτάμηνο που πέρασε, διατυπώνω τρεις προτάσεις (αποφασιστικές προτάσεις ονομάζονται στη φιλοσοφία), οι οποίες όμως κουβαλάνε και κανονιστικό φορτίο, δηλαδή επισημαίνουν πώς θα μπορούσαν τα πράγματα να είχαν πάρει έναν άλλο δρόμο. Και πάλι με αποφαντικό λεκτικό τρόπο έκφρασης: από τον Μάρτιο του 2020 και μετά θα μπορούσε η Ευρώπη να υπερβεί τον τεχνοκρατικό εαυτό της και να γίνει η ήπειρος της «πολιτικής αλληλεγγύης».
Οι τρεις επισημάνσεις μου αναφέρονται στα τρία μείζονα πολιτικά προβλήματα της εποχής μας: το πρώτο έχει να κάνει με την Ευρωπαϊκή Ενωση και τον ρόλο της σε παγκόσμιο επίπεδο. Το δεύτερο πρόβλημα αναφέρεται στις σχέσεις της πολιτικής με τις επιστήμες (το παράδειγμα της επιδημιολογίας ως επιστήμης και της τεχνοκρατίας ως πολιτικής είναι χαρακτηριστικό). Και το τρίτο ζήτημα προσδιορίζει την ίδια την αυτοαναφορά της πολιτικής μέσα σ’ ένα σύμπαν ριζικής υπονόμευσής της.
Σχετικά με το πρώτο ζήτημα επισημαίνω τα εξής: ενώ αρχικώς η Ευρωπαϊκή Ενωση (δηλαδή οι «τεχνοκρατικές Βρυξέλλες») επεξεργάστηκε το καθολικό πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης (Ιούλιος 2020), στη συνέχεια σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες ακολουθείται αυτό που ονομάζω «διαμερισματική πολιτική». Η εξάπλωση της πανδημίας καθίσταται υπόθεση των περιφερειών, των πόλεων, των χωρών. Η πολιτική άμυνα απέναντι στην πανδημία δεν είναι έργο της κεντρικής ευρωπαϊκής εξουσίας, αλλά υπόθεση ζωής για όλες τις μερικές και επιμέρους πολιτικές μορφές ζωής, που αρνούνται να ενταχθούν στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών.
Η δεύτερη αποφαντική επισήμανσή μου αναφέρεται στις σχέσεις πολιτικής και επιστήμης. Είχα γράψει τον Μάρτιο του 2020 σ’ αυτή τη δημοσιογραφική στήλη ότι η «περίπτωση Τσιόδρα» αποτελεί σε παγκόσμιο επίπεδο ανορθόδοξο επιστημολογικό μοντέλο συνεργασίας πολιτικής και επιστήμης. Μετά από οχτώ μήνες εκείνη η θεωρητικο-πολιτική διαπίστωσή μου έχει πλήρως επιβεβαιωθεί. Ποτέ μα ποτέ η επιστήμη (στην προκειμένη περίπτωση η ιατρική επιστήμη) δεν καθίσταται «θεραπαινίδα» της πολιτικής. Η «περίπτωση Τσιόδρα» είναι και εξακολουθεί να είναι μια πολιτική βόμβα για την ελληνική δημοκρατία.
Για να ολοκληρωθεί ο πολιτικός απολογισμός για την πανδημία, θα ακολουθήσει και ένα δεύτερο μέρος των αναλύσεών μου. Ολοι μας αντιλαμβανόμαστε ότι η πολιτική θεσμοθετείται και λειτουργεί ως αυτόνομη, ανεξάρτητη και δημιουργική ανθρώπινη δράση.
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
