ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ρία Καλφακάκου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενας αιώνας σχεδόν πέρασε από την ίδρυση της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης το 1925. Σε μια πόλη πρόσφατα απελευθερωμένη, με πανσπερμία πληθυσμών, που έψαχνε την ταυτότητά της, μια πόλη που προσπαθούσε να συνέλθει από την καταστροφική μεγάλη πυρκαγιά του 1917, η ίδρυση της Εκθεσης έφερε νέα πνοή, συνέβαλε στην οικονομική ανάπτυξη, δημιούργησε πολιτιστικά γεγονότα.

Η Ελλάδα, που συνεχώς μεγεθυνόταν με νέες περιοχές, έπρεπε να έχει ένα εθνικό αφήγημα και να δημιουργήσει τον συνδετικό ιστό που θα ενσωμάτωνε τις διαφορετικές ιστορικές διαδρομές, τις πολλές εθνότητες, τις πολιτισμικές αντιθέσεις. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, η ελληνική γλώσσα και η ορθοδοξία έγιναν οι βασικοί πυλώνες του νεαρού έθνους-κράτους.

Η Θεσσαλονίκη -όπως και η Βόρεια Ελλάδα- ήταν πολύ κοντά στα σύνορα, με γείτονες που διεκδικούσαν τμήματα της χώρας, ήταν μια πόλη πολυπολιτισμική, πλούτος μαζί και κίνδυνος, γιατί η Θεσσαλονίκη, με διεθνείς σχέσεις και εμπορικές συναλλαγές, είχε πολιτισμό και οικονομική ισχύ και ταυτόχρονα αποτελούνταν από ένα μωσαϊκό εθνοτήτων, όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν μειοψηφικό.

Πόλη με μακραίωνη ιστορία, σταυροδρόμι πολιτισμών, με σημαντική γεωπολιτική θέση, έπρεπε με κάποιον τρόπο να ενσωματωθεί στο εθνικό αφήγημα, γι’ αυτό και έτυχε ιδιαίτερης προσοχής από το κράτος των Αθηνών. Η δημιουργία της ΔΕΘ και η ετήσια έναρξή της με ομιλίες πολιτικών αρχηγών έδιναν μια διακριτή θέση στη Θεσσαλονίκη στο νέο ελληνικό κράτος, δημιουργούσαν ισχυρούς δεσμούς με την παλιά Ελλάδα και, διατηρώντας τον εξωστρεφή και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της πόλης, τόνωναν την οικονομία της ευρύτερης περιοχής.

Τρεις μεγάλες τραγωδίες, οι πρόσφυγες από τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι ξεριζωμένοι Πόντιοι που ήρθαν στη Μακεδονία, η φρικτή ναζιστική θηριωδία που εξολόθρευσε τους Ελληνες Εβραίους της Θεσσαλονίκης, είχαν ως αποτέλεσμα την υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή και στην πόλη στα επόμενα χρόνια.

Μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα η ΔΕΘ, όπως όλες οι μεγάλες εκθέσεις, προσέλκυε από όλη τη χώρα και το εξωτερικό επιχειρηματίες, εμπόρους και επαγγελματίες που είχαν την ευκαιρία να δουν νέα, καινοτόμα προϊόντα, ευρεσιτεχνίες και μηχανήματα. Τα πολιτιστικά δρώμενα που συνόδευαν την έναρξη της έκθεσης έφερναν και πλήθος τουριστών. Η δημιουργία του φεστιβάλ τραγουδιού παλιότερα και του φεστιβάλ κινηματογράφου, που συνεχίζει ώς σήμερα, κατά κάποιον τρόπο συνδέονταν με την ύπαρξη της ΔΕΘ.

Στον 21ο αιώνα τον αιώνα της πληροφορικής, του διαδικτύου και του ίντερνετ, τα νέα τεχνολογικά δεδομένα άλλαξαν πολλές δεδομένες συνήθειες και πρακτικές. Και όπως άλλαξαν τη σχέση του κοινού με τον έντυπο Τύπο, έτσι επηρεάζουν και τη λειτουργία των μεγάλων διεθνών εκθέσεων. Δεν χρειάζεται κάποιος να ταξιδέψει για να μάθει για καινοτομίες και εφευρέσεις, καινούργια μοντέλα αυτοκινήτων ή βελτιωμένα μηχανήματα, τα βρίσκει στον υπολογιστή του.

Ειδικά για τη ΔΕΘ σήμερα η αναγκαιότητα ύπαρξής της έχει κυρίως πολιτικές πλευρές. Συμβάλλει στη δημιουργία εμπορικών και πολιτισμικών σχέσεων με ισχυρές χώρες που είναι οι τιμώμενες κάθε χρόνο. Δίνει πολιτικό βάρος στην πόλη μας, δεδομένου ότι όλα τα κόμματα παρουσιάζουν το πρόγραμμα και την οικονομική τους πολιτική στην έναρξη της έκθεσης. Δίνει αίγλη και κάνει γνωστή τη Θεσσαλονίκη σε όλη την Ευρώπη αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, Βαλκάνια και Μέση Ανατολή.

Η καθαυτο εμπορική λειτουργία της έκθεσης απομειώνεται. Αντίθετα, σε μια πυκνοδομημένη, γεμάτη μπετόν, χωρίς πράσινο πόλη η ύπαρξή της έκθεσης στο κέντρο της γίνεται προβληματική, Χρόνια τώρα ακούγονταν απόψεις και προβληματισμοί από διάφορες κατευθύνσεις και από διάφορα κόμματα, επιμελητήρια και επιστημονικούς φορείς για την ανάγκη μετατροπής του χώρου της έκθεσης σε μητροπολιτικό πάρκο.

Αντί γι’ αυτό έχουμε σήμερα ένα χωρικό σχέδιο ανάπλασης που δεν είναι ενταγμένο σε κανένα ευρύτερο ρυθμιστικό σχέδιο για την πόλη παίρνοντας υπόψη τις κοινωνικές ανάγκες, το περιβάλλον, την πράσινη ανάπτυξη. Ενα σχέδιο που στην ουσία θέλει να κάνει τον δημόσιο οργανισμό της έκθεσης ιδιωτική επιχείρηση, με το 12ώροφο ξενοδοχείο, τα εμπορικά κέντρα, τις καφετέριες, τα πάρκινγκ, που θα φέρουν, κέρδη στην εταιρεία και (το βασικό επιχείρημα για ευρύτερη συναίνεση) θέσεις εργασίας για τον λαό.

Ομως μια κρατική επιχείρηση έχει ως κύριο στόχο το κοινωνικό όφελος και το δημόσιο συμφέρον και όχι το κέρδος.

Η ανάλυση κόστους-οφέλους, που τη διδάσκουμε στο Πανεπιστήμιο, για κάθε έργο και μεγάλο πρότζεκτ, και ιδιαίτερα για έργα κρατικά, προτείνει τη χρήση πολλαπλών κριτηρίων, οικονομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών, αισθητικών, πολιτισμικών, αρχαιολογικών, ακόμα και ειδικών κριτηρίων για ειδικά έργα, όπως προσβασιμότητα, υγεία, ευεξία κ.ά. Εξάλλου υπάρχουν πολλά έργα με μεγάλο κοινωνικό όφελος και καθόλου κέρδος, όπως σχολεία, παιδικές χαρές, πάρκα, κήποι, κέντρα υγείας, αθλητικές εγκαταστάσεις και πολλά άλλα.

Μια ρεαλιστική πρόταση για τη ΔΕΘ στις νέες συνθήκες και με την οπτική της οικολογικής ισορροπίας είναι στον χώρο της σημερινής ΔΕΘ να μείνει ένα μικρό τμήμα της έκθεσης για λόγους κυρίως πολιτικής και για τη φιλοξενία μικρών εκθέσεων, π.χ. κόσμημα. Και ο υπόλοιπος χώρος να γίνει πάρκο, κήπος με λουλούδια και δέντρα, ορθάνοιχτος στους πολίτες, ξεχνώντας τους θολούς όρους περί αδόμητου (και περιφραγμένου) χώρου του σημερινού χωρικού σχεδίου. Οι μεγάλες εκθέσεις, όπως Agrotica, Zootechnika και άλλες, να μεταφερθούν στην περίμετρο της πόλης ευνοώντας και άλλες περιοχές της μητροπολιτικής Θεσσαλονίκης.

Το σημερινό σχέδιο, αν το δει κανείς προσεκτικά, δεν είναι ανάπλαση της ΔΕΘ, δεν αλλάζει ή βελτιώνει την καθαυτό εκθεσιακή λειτουργία, δεν φτιάχνει νέους, πρωτοπόρους ή εξειδικευμένους εκθεσιακούς χώρους. Απλώς θεωρεί ως επιχειρηματική ευκαιρία την εκμετάλλευση του οικοπέδου της ΔΕΘ, ενός οικοπέδου που ανήκει στο κράτος και τον Δήμο Θεσσαλονίκης, για εμπορικούς σκοπούς.

Δεν εντάσσεται σε μια συνολική θεώρηση για την πόλη και τις ανάγκες της και τα όποια, αμφίβολα, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη από τις διάφορες εμπορικές δραστηριότητες δεν αντισταθμίζουν τη χαμένη ευκαιρία να αναπνεύσει η πόλη, να υπάρξει περισσότερο πράσινο, περισσότεροι ελεύθεροι δημόσιοι χώροι για τους πολίτες, να υπάρχει ένα ρεύμα αέρα από το Πανεπιστήμιο ώς τη ΧΑΝΘ.

Πολλά χρήματα θα ξοδευτούν από τον κρατικό κορβανά, σε συνεργασία με κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες που θα περιμένουν την κρατική επιχορήγηση να τους σώσει αν κάτι πάει στραβά, και ο δήμαρχος και οι αρχές της πόλης θα μιλούν για μια φαντασιακή πράσινη ανάπτυξη σε μια πόλη που τσιμεντοποιείται όλο και περισσότερο.

*Πολιτικός μηχανικός, καθηγήτρια ΑΠΘ, δημοτική σύμβουλος