ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ελλάδα ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, κατά τα επόμενα χρόνια (2021-2027), θα χρηματοδοτηθεί από το υπό ίδρυση «Ταμείο Ανάκαμψης» σύμφωνα με την απόφαση της συνόδου κορυφής των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ενωσης (21 Ιουλίου 2020). Το πρόβλημα για την οικονομία μας και την κοινωνία μας δεν είναι φυσικά η «απορρόφηση» των κονδυλίων και των σχετικών πόρων. Εξάλλου η Ελλάδα ως ευρωπαϊκό κράτος εδώ και σαράντα χρόνια (1981-2021) «απορρόφησε» κονδύλια επί κονδυλίων, πόρους επί πόρων, αλλά το αναπτυξιακό αποτέλεσμα ήταν μηδενικό.

Η χώρα μας ως πολιτικό υποκείμενο θα καταθέσει τις προτάσεις της για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων στην ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία είναι τελικά ο θεσμός που έχει την αρμοδιότητα για την έγκριση του σχετικού προγράμματος.

Το θεωρητικο-πολιτικό ενδιαφέρον μου διατυπώνεται ως εξής: Πράγματι, άραγε, η πολιτική βούλησή μας είναι να κάνουμε προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τεχνοκρατικές προτάσεις διαχείρισης των ευρωπαϊκών πόρων ή μήπως ενδιαφερόμαστε, από πολιτικής απόψεως, για την πολιτική θέσμιση της ελληνικής κοινωνίας; Πρόκειται για δύο διαφορετικά «πράγματα» (με τη φιλοσοφική έννοια του όρου). Ή θα επιχειρήσουμε με τη βοήθεια των ευρωπαϊκών πόρων να ανασυγκροτηθούμε ως πολιτική κοινωνία, κατά τον τρόπο που μας ταιριάζει κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα, ή θα διαχειριστούμε και αυτά τα χρήματα στο πλαίσιο της «πελατειακής χρηματοδότησης» όπως συνέβη και με τα προηγούμενα «χρηματοδοτικά πακέτα».

Το τεχνοκρατικό πρόγραμμα με την επωνυμία «πρόταση Πισσαρίδη» είναι ένα άρτιο σύνολο σχεδιασμού για την ενίσχυση των επιμέρους τομέων της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά επιβάλλεται ως πολιτική κοινωνία να προχωρήσουμε παραπέρα. Η «πρόταση Πισσαρίδη» είναι εξ ορισμού τεχνοκρατικό πρόγραμμα ενίσχυσης και ενδυνάμωσης της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό σημαίνει τα εξής: πρώτον, απομονώνει το οικονομικό σύστημα ως κοινωνική δομή και λειτουργία και εντάσσει τους επιμέρους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας (όπως π.χ. η επέκταση της ψηφιακής κοινωνίας, ο τομέας της κλιματικής αλλαγής κ.λπ.) στον καταμερισμό των ευρωπαϊκών πόρων και ενισχύσεων. Και δεύτερον, επειδή ακριβώς είναι τεχνοκρατικό πρόγραμμα, δεν μπορεί να ανασχεδιαστεί ως συνολικό εθνικό και πολιτικό σχέδιο για τη μελλοντική ιστορική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας.

Επομένως το ερώτημα διατυπώνεται ως εξής: Τι είναι αυτό που χρειαζόμαστε ως Ελλάδα, ως πολιτική κοινωνία, σ’ αυτή την κρίσιμη ιστορική συγκυρία; Χρειαζόμαστε, χωρίς καμία αμφιβολία, ένα εθνικό πολιτικό σχέδιο συνειδησιακής αυτογνωσίας και πολιτικής θέσμισης της Ελλάδας.

Τα περιεχόμενα αυτού του σχεδίου μπορούν να περιγραφούν ως εξής: Η Ελλάδα μετά από σαράντα χρόνια (1981-2021) εκδυτικισμού (δηλαδή ένταξής της στη Δύση) δεν μπορεί να εκφραστεί θεσμικά και δημοκρατικά σ’ αυτόν τον κόσμο; Μιλάω για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα και το πνεύμα της. Γιατί άραγε το δημοκρατικό πνεύμα της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας δεν διαχέεται στον ευρωπαϊκό κόσμο;

Το άλλο σημείο έχει να κάνει με την αυτοσυνείδηση της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας. Εάν οι «τεχνοκρατικές Βρυξέλλες» χρηματοδοτούν την Ελλάδα, αυτό δεν γίνεται στο συνειδησιακό πλαίσιο ενός νέου «σχεδίου Μάρσαλ». Σχεδιάζεται έστω ως «χρηματοδοτικό πακέτο» ενώ η ίδια η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αραγε η τεχνοκρατική επιτροπή του κυρίου Πισσαρίδη γνωρίζει τη «διαφορά»; Γιατί τελικά αυτή η διαφορά είναι και η ιδρυτική συνθήκη της νέας θεσμικής Ελλάδας σε πολιτικό επίπεδο!

Ως συμπέρασμα των ερμηνευτικών καταγραφών μου τονίζω το εξής: Η «χρηματοδότηση» της Ελλάδας από το ευρωπαϊκό «Ταμείο Ανάκαμψης» δεν είναι ακόμη ένα «χρηματοδοτικό πακέτο». Είναι και θα μπορέσει να είναι η ιδρυτική συνθήκη της νέας θεσμικής δημοκρατικής Ελλάδας, εάν και εφόσον όλες οι κομματικές και κοινωνικές δυνάμεις του τόπου μας συνειδητοποιήσουν κάτι τέτοιο.

* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης