ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παντελής Κυπριανός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην πολιτική, όπως και σε κάθε μορφή δράσης, λέμε κάτι και δεν το κάνουμε. Αυτό είναι σύνηθες ιδιαίτερα σε κοινωνίες όπως η ελληνική, οι οποίες δεν έχουν θεσμούς και πολιτική κουλτούρα δεσμευτική για τα κόμματα, τα κυβερνώντα κατά πρώτον. Εξού και οι κριτικές σε όλα τα κυβερνώντα κόμματα, από το σύνηθες ψεύτες έως τον πρόσφατο χαρακτηρισμό του Κ. Μητσοτάκη ως «πολιτικού απατεώνα».

Λιγότερο γνωστή είναι η δεύτερη περίπτωση. Κάνω κάτι για να πετύχω κάτι και όχι μόνο δεν το πετυχαίνω αλλά πετυχαίνω το ακριβώς αντίθετο. Σημαντικοί κοινωνιολόγοι όπως ο Μέρτον και ο Μπουντόν ανέλυσαν τέτοια φαινόμενα και έκαναν λόγο για αθέλητες συνέπειες.

Οι αθέλητες συνέπειες δεν είναι κάτι νέο, είναι συνήθεις παντού, την καθημερινότητά μας και βέβαια στην πολιτική. Στον καθημερινό λόγο έχουμε εκφράσεις που παραπέμπουν σε πτυχές του φαινομένου: τα λόγια δεν αρκούν, δεν φτάνουν οι καλές προθέσεις, ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με ροδοπέταλα… Με δυο λόγια δεν αρκούν μόνο οι διακηρύξεις αλλά και τα παραγόμενα αποτελέσματα.

Αναφέρω ενδεικτικά τρεις περιπτώσεις αθέλητων συνεπειών που διαπερνούν την πολιτική μας ζωή.

Ο Φλομπέρ στην «Αισθηματική αγωγή», με φόντο την εξέγερση του 1848, αναφέρεται στους ανθρώπους παντός καιρού. Εκείνους που ενώ ταυτίζονται με ένα κόμμα, μια κυβέρνηση, ένα καθεστώς βρίσκονται να πρωταγωνιστούν σε μια νέα κατάσταση, διαφορετική, συχνά αντίθετη από την προηγούμενη η οποία γεννιέται ως αντίδραση σε αυτήν. Πώς γίνεται ενώ τα πράγματα αλλάζουν οι ίδιοι άνθρωποι να είναι πάλι στον αφρό; Αυτό έχει να κάνει με τους ίδιους, την ηθική τους υπόσταση, ενδεχόμενα εμπειρίες, ικανότητες και κοινωνικά δίκτυα.

Εχει να κάνει όμως και με τη στάση των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τη νέα κατάσταση και τις επιλογές τους να προσεταιριστούν ή όχι τέτοιους ανθρώπους. Στην Ελλάδα είναι συχνά τέτοια φαινόμενα μεταγραφής κομματικών στελεχών που σε πολλές περιπτώσεις όχι μόνο δεν βοηθούν το κόμμα υποδοχής αλλά αρκετά συχνά λειτουργούν αρνητικά.

Μια δεύτερη περίπτωση μας δίνει ο Τοκβίλ για το κράτος στη Γαλλική Επανάσταση, το 1789. Οι επαναστάτες, υποστηρίζει, ενώ στρέφονταν ενάντια στο κράτος, τελικά απέληξαν να το ενισχύσουν και να το κάνουν πιο συγκεντρωτικό. Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980. Υποστηρικτής του κοινωνικού κράτους αλλά πολέμιος του γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού σοβιετικού τύπου και υπέρμαχος της αυτοδιαχείρισης. Κι όμως, επί των ημερών του, παρότι ψηφίστηκαν μέτρα στην κατεύθυνση της αποκέντρωσης, ενισχύθηκαν και οι κρατικοί μηχανισμοί και η κρατική γραφειοκρατία. Κάτι ανάλογο συντελείται σήμερα με τη Νέα Δημοκρατία.

Η κυβέρνηση δηλώνει αντι-κρατιστική αλλά ο κεντρικός έλεγχος δυνάμωσε ιδεολογικά και θεσμικά, το ίδιο και ο αριθμός των μετακλητών υπαλλήλων. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι εδώ δεν έχουμε αθέλητες συνέπειες αλλά το αποτύπωμα συντηρητικών αντιλήψεων ελέγχου και τη μέριμνα δημιουργίας κομματικών θυλάκων με στόχο την ενίσχυση του κυβερνώντος κόμματος. Ακόμη όμως και έτσι οι επίσημες διακηρύξεις δεν έχουν καμία σχέση με τα παραγόμενα αποτελέσματα.

Η τρίτη περίπτωση είναι γνωστή, η ανάλυση του Μίχελς για τα πολιτικά κόμματα και αυτό που ονόμασε «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας». Ο συγγραφέας αναφέρεται κυρίως στο γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στις αρχές του 20ού αιώνα και στην επίκληση της ισότητας και της δημοκρατίας στο εσωτερικό του. Ωστόσο, καταλήγει για λόγους αποτελεσματικότητας την ηγεσία να ασκούν κείνοι που έχουν τη γνώση και το χάρισμα να έλκουν τον κόσμο.

Ο «νόμος» -που δεν είναι νόμος- είναι έκδηλος σήμερα στα κόμματα ανεξάρτητα από ιδεολογικό προσανατολισμό. Παρά τις διακηρύξεις περί εσωτερικής δημοκρατίας, είναι δέσμια σε μεγάλο βαθμό της απήχησης του ηγέτη και των εσωτερικών ισορροπιών.

Ενδεικτικά, η απήχηση του Αλ. Τσίπρα στους ψηφοφόρους μεγαλώνει τα περιθώρια κινήσεών του στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τον Κ. Μητσοτάκη στη Νέα Δημοκρατία, η οποία λειτουργεί περισσότερο ως συσσωμάτωση ομάδων και βαρόνων. Οσο δημοσκοπικά ο πρόεδρός της είναι δημοφιλής και δεν αγγίζει ζητήματα ταυτότητας του κόμματος, παραμένει αποδεκτός. Οσο τα ποσοστά αποδοχής του θα πέφτουν τόσο ενδέχεται να αμφισβητηθεί και να ενεργοποιήσει εσωτερικές τριβές και νέους ανταγωνισμούς.

* καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών