ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντώνης Αντωνιάδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η είδηση ότι το Πολεμικό μας Ναυτικό σχεδιάζει τη χρονίζουσα ανανέωση του στόλου με την πρόσκτηση δύο νέων φρεγατών και κάποιο εκσυγχρονισμό των παλαιοτέρων αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική εξέλιξη, ανεξάρτητα του ότι γίνεται υπό την πίεση των τουρκικών προκλήσεων.

Πάντα πίστευα ότι η Ελλάδα τόσο ιστορικά όσο γεωγραφικά και γεωπολιτικά όφειλε, κατά το πρότυπο της Βρετανίας, να έχει διαμορφώσει Ενοπλες Δυνάμεις με κυρίαρχο άξονα αιχμής το Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία. Κάθε λοιπόν ενδυνάμωση αυτού του όπλου σαφώς αναβαθμίζει τον ρόλο του.

Το πρόβλημα όμως για τον Ελληνα φορολογούμενο είναι το εξαιρετικά υψηλό κόστος πρόσκτησης ενός πολεμικού πλοίου. Ενδεικτικά, η τελευταία φορά που, για προφανείς οικονομικούς λόγους, αγοράσαμε πολεμικό πλοίο ήταν πριν από περίπου μισό αιώνα. Εκτοτε μόνο μικροεκσυγχρονισμούς αντέχουμε.

Στον τομέα όμως αυτόν έχουν υπάρξει στο παρελθόν πρωτόγνωρες και εντυπωσιακές για την ελληνική πραγματικότητα δυνατότητες, ικανές να ελαφρύνουν σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες. Οσο και αν ακούγεται υπερβολικό, για μια χώρα η οποία δεν κατασκευάζει ούτε δίκυκλα, στα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά και της Ελευσίνας έχουν κυριολεκτικά ναυπηγηθεί για το Πολεμικό Ναυτικό φρεγάτες, αρματαγωγά και μάλιστα ελληνικής σχεδίασης, πυραυλάκατοι και έχουν συναρμολογηθεί και αποπερατωθεί ακόμα και σύγχρονα υποβρύχια.

Βέβαια τα υψηλής τεχνολογίας οπλικά συστήματα και ώς ένα σημείο η τεχνογνωσία είναι εισαγόμενα. Αυτό όμως δεν μειώνει καθόλου την αξία της ελληνικής ναυπηγικής δυνατότητας και της εμπειρίας που αποκτήθηκε. Τα ναυπηγικά αυτά προγράμματα, πέραν του πολύ βασικού οφέλους της απασχόλησης χιλιάδων Ελλήνων εργαζομένων, τονώνουν την οικονομία και ελαφρύνουν, σε μεγάλο ποσοστό, το υψηλό κόστος κατασκευής ενός πολεμικού πλοίου. Η ανάπτυξη ενός αξιόπιστου στόλου σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να είναι απόρροια σπασμωδικών αντανακλαστικών, ενεργοποιούμενων όποτε η Τουρκία αποφασίζει να κλιμακώνει την ένταση με την Ελλάδα. Εχουμε καταντήσει τα όποια εξοπλιστικά μας προγράμματα να προσαρμόζονται και να ενεργοποιούνται ανάλογα με τις κατά καιρούς τουρκικές διαθέσεις.

Το να αγοράζεις εσπευσμένα και αποσπασματικά πολεμικά πλοία και αεροπλάνα από τους διάφορους περιστασιακούς και φυσικά όψιμους φίλους και συμμάχους μας είναι μια αφ’ ενός πανάκριβη τακτική, η οποία νομοτελειακά και με σταθερά βήματα οδηγεί προς το ΔΝΤ, και αφ’ ετέρου, ας μη στρουθοκαμηλίζουμε, μοιραία και ρεαλιστικά ωφελεί τις χώρες που παράγουν οπλικά συστήματα. Σε ποιον, πέρα από τους Αραβες, θα πουλούσε η Γαλλία φρεγάτες και αεροπλάνα εάν Ελλάδα και Τουρκία έβρισκαν λύσεις; Και γιατί, κατά βάθος, να θέλει να βρούμε λύσεις; Δώρο τής προσφέρει η Τουρκία με τη στάση της.

Πώς είναι δυνατόν να ασκούμε μια τόσο παιδαριώδη, αφελή και ανόητη εξωτερική πολιτική και διπλωματία, εκφράζοντας ικανοποίηση για τις διάφορες δηλώσεις υποστήριξης, όταν είναι τόσο οφθαλμοφανές ότι υποκινούνται από καθαρά οικονομικά κίνητρα και φυσικά θα τις πληρώσουμε πανάκριβα; Πιο χαρακτηριστικό και χτυπητό παράδειγμα από την πρόσφατη προσπάθεια υπογραφής μιας ελληνο-γαλλικής αμυντικής συμφωνίας δεν μπορούσε να υπάρξει.

Αγωνιώντας η Γαλλία να μη χάσει τον ευκαιριακό αγοραστή της, φυσικά και είναι έτοιμη να υπογράψει αμυντική συμφωνία. Ποια χώρα δεν θα υπέγραφε; Αρκεί να μη φαντασιωνόμαστε ότι η όποια συμφωνία θα μας εξασφάλιζε αμυντικά από ενδεχόμενη τουρκική στρατιωτική ενέργεια. Να υπογράψουμε συμφωνία, αρκεί να μην πιστεύουμε ότι θα υπάρξει ενεργός γαλλική στρατιωτική παρέμβαση εναντίον χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ.

Στην καλύτερη περίπτωση θα υπογράψουμε ένα γενικόλογο κείμενο στο οποίο θα εκφράζονται η πολιτική βούληση και η δήλωση προθέσεων για τη στήριξη των ελληνικών θέσεων, εάν και εφόσον απαιτηθεί, στα διάφορα διεθνή fora. Ας μη γελιόμαστε, οποιαδήποτε αμυντική συμφωνία, είτε είναι μεταξύ χωρών-μελών του ΝΑΤΟ ή της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή και οιασδήποτε άλλης χώρας, το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι εθιμοτυπικού χαρακτήρα εκδηλώσεις, όπως αύξηση του αριθμού των διμερών ασκήσεων, ανταλλαγή επισκέψεων και ελλιμενισμός πολεμικών πλοίων στα αντίστοιχα λιμάνια των χωρών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι καλές σχέσεις με τους Δυτικούς συμμάχους μας και ιδιαίτερα με την παραδοσιακά φίλη Γαλλία έχουν την αξία τους, ανεξάρτητα από τα κίνητρά τους. Εμείς όμως μη έχοντας ούτε γεωστρατηγικά ή οικονομικά κίνητρα και βλέψεις δεν μπορούμε να συνυφάνουμε τις επιδιώξεις μας με τις δικές τους. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να περιμένουμε κάτι βαθύτερο ή ουσιαστικότερο από αυτές τις σχέσεις.

Η Ελλάδα πρέπει και μπορεί να καταρτίσει ένα οικονομικό σχετικά μακρόπνοο ναυπηγικό πρόγραμμα, το οποίο θα αποδίδει κάθε 2-3 χρόνια στο Πολεμικό Ναυτικό νέες μονάδες, χωρίς τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις του παρελθόντος, διατηρώντας τον στόλο σύγχρονο, σε ανεκτά για τις ελληνικές οικονομικές δυνατότητες επίπεδα και κυρίως απεξαρτημένο από τις εκάστοτε τουρκικές διαθέσεις. Τα ναυπηγεία και το εργατικό τους δυναμικό υπάρχουν και αποδεδειγμένα μπορούν να το υλοποιήσουν. Και μόνο γι’ αυτούς θα άξιζε η προσπάθεια.

Η πολιτική βούληση είναι αυτή που είναι μόνιμα απούσα από την Ελλάδα. Από την εποχή που ήμουν αρχηγός, ακόμα δεν έχω πάρει απάντηση στο ερώτημα ποιον εξυπηρετούσε και γιατί σταματήσαμε αυτά τα ναυπηγικά προγράμματα. Στο δε επιχείρημα του, όντως, σχετικά υψηλού εργατικού κόστους στην Ελλάδα, θα απαντήσω ότι καλύτερα ένας καλοπληρωμένος Ελληνας εργάτης παρά ένας καλοπληρωμένος Γάλλος.

Αφού λοιπόν, για μεν λόγους πολιτικού κόστους δεν αντέχουμε, για δε λόγους λανθάνοντος πατριωτισμού δεν ανεχόμαστε συμβιβασμούς, πιστεύοντας και ελπίζοντας στην αποτελεσματικότητα της εξοπλιστικής πλειοδοσίας και στη στήριξη των συμμάχων μας για την επίλυση των διαφορών μας με την Τουρκία, τουλάχιστον ας εξοπλιζόμαστε με τον οικονομικά πλέον συμφέροντα για την Ελλάδα και όχι τους Ευρωπαίους τρόπο.

Εάν η Ελλάδα ήξερε να ασκήσει εξωτερική πολιτική και διπλωματία, θα γνώριζε ότι επιτυχία δεν είναι να εκλιπαρείς συμμαχίες και να αιμορραγείς οικονομικά για να προασπίσεις τα κυριαρχικά σου δικαιώματα, επιτυχία είναι να διαμορφώνεις με τέτοιο τρόπο τις σχέσεις και τις συνθήκες στο περιβάλλον σου, ώστε να μη χρειαστεί να προασπίσεις τα κυριαρχικά σου δικαιώματα.

* Επίτιμος αρχηγός ΓΕΝ