«Ουδείς ανάγκης μείζον ισχύει νόμος»
(«Κανένας νόμος δεν είναι ισχυρότερος από την ανάγκη») Μένανδρος, 4ος αι. π.Χ.
Ιστορία από την Ιλιάδα, ραψωδία Ζ΄, 73-118.
Η πρώτη φάση της μάχης των Αχαιών εναντίον των Τρώων, ανάμεσα στα ποτάμια Σιμόη και Ξάνθο, τέλειωσε με συντριπτική νίκη των Αχαιών. Η μάχη άρχισε με τον Αίαντα τον Τελαμώνιο, τον «πύργο» των Ελλήνων που τσάκισε τη φάλαγγα των Τρώων καθώς σκότωσε τον διαλεχτό πολεμιστή Ακάμαντα, γιο του Ευσώρου. Η σύρραξη συνεχίστηκε με τα κατορθώματα του Διομήδη, του Ευρύαλου, του Πολυποίτη, του Οδυσσέα, του Τεύκρου, του Αντίλοχου, του Αγαμέμνονα, του Λήιτου, του Ευρύπυλου και του Μενέλαου. Η φάση αυτή τέλειωσε με τις συμβουλές του σοφού Νέστορα.
Οι Τρώες είχαν πολλές και σημαντικές απώλειες κυρίως όμως είχε κλονιστεί το θάρρος και το κουράγιο τους μπροστά στην χωρίς έλεος επίθεση των αντιπάλων τους. Χρειαζόταν μια ανάπαυλα, μια ανάσα, να πάρουν κουράγιο να σκεφτούν, να προστρέξουν στον Άρη που τους εγκατέλειψε σ` αυτήν τη μάχη. Στο γρήγορο και αποφασιστικό μυαλό του Έκτορα γινόταν ακόμα μια μάχη πιο δύσκολη από την πραγματική. Να δώσει εντολή να μπουν μέσα στην Τροία και ασφαλείς να αποφασίσουν τι θα πράξουν στη συνέχεια; Τα ίδια σκεφτόταν και ο Αινείας, ο γιος της Αφροδίτης, καθώς πολεμούσε εκεί κοντά του.
«Ορμώμενον δε μηδαμώς αντισπάσης»
(«Δεν μπορείς να σταματήσεις με τίποτα αυτόν που κινείται με ορμητικότητα»). Αισχύλος, Προμηθεύς Δεσμώτης,340.
Ο Έκτωρ δεν είχε φόβο στην καρδιά, πίστευε στη δύναμη και στην ετοιμότητα του στρατού του, όμως αιφνιδιάστηκε με την τόση ορμή των Αχαιών. Γνώριζε ότι μόνο η επίθεση υπάρχει στον πόλεμο. Μόνο η επίθεση. Ποτέ η άμυνα δεν οδηγούσε σε επιτυχίες και νίκες. Επίθεση και μόνο επίθεση, όπως ακριβώς έπραξαν οι Αχαιοί. Ο Έκτωρ γνώριζε ότι πόλεμος χωρίς πάθος είναι ένας χαμένος πόλεμος. Γνώριζε επίσης πολύ καλά, ότι οι επιτιθέμενοι έχουν περισσότερο πάθος από τους αμυνόμενους. Πολλοί τον θεωρούσαν γιο όχι του Πρίαμου, αλλά του θεού Απόλλωνα και της Εκάβης. Ήταν ο πιο ανδρειωμένος πολεμιστής των Τρώων. Πώς θα έδινε εντολή να μαντρωθούν μέσα σαν πρόβατα υπό τις νικηφόρες ιαχές αλλά και τις αποδοκιμασίες και τις κραυγές κατάκρισης των αντιπάλων;
Ο Έκτωρ τα σκεφτόταν όλα αυτά την ίδια ώρα που κυβερνούσε ως αρχιστράτηγος όλο το στράτευμα το οποίο είχε χάσει το κουράγιο και την πίστη στη νίκη. Η κατάσταση θα ήταν πολύ χειρότερη αν στη θέση του Έκτορα ήταν οποιοσδήποτε άλλος. Ο θεϊκός Έκτωρ σκέφτηκε για λίγο ότι ο νους του ανθρώπου μπορεί να γεννήσει ανίκητη καταιγίδα. Καταιγίδα που δεν μπορούν ούτε οι Θεοί να παλέψουν. Θεός ή άνθρωπος αναλογίστηκε με πίκρα αλλά και μια κρυφή ελπίδα. Άνθρωπος, άνθρωπος είπε μόνος του, μέσα στο κόκκινο από το αίμα των Τρώων, πεδίο της μάχης.
Ο μάντης Έλενος, αδελφός του Έκτορα.
«Πριαμίδης Έλενος, οιωνοπόλων όχ’ άριστος», Ιλιάς, Ζ, 76.
Οι στιγμές ήταν κρίσιμες, ο Έκτωρ κοίταξε τον Αινεία και την ίδια στιγμή της απόφασης εμφανίστηκε ο αδελφός του Έκτορα, ο Έλενος. Ο Έλενος ήταν γιος του βασιλιά της Τροίας Πρίαμου και της Εκάβης, δίδυμος αδελφός της Κασσάνδρας, ο οποίος είχε, όπως και η αδελφή του, θεϊκό μαντικό χάρισμα. Ήταν άριστος οιωνοσκόπος τόσο καλός που μπορούσε βλέποντας τα πουλιά να πετάνε να βρει το βάρος που κουβαλάνε οι άνθρωποι στην καρδιά τους. Ο Πριαμίδης Έλενος εκτός από ορνεοσκόπος και μάντης, ήταν γενναίος πολεμιστής και καλός ομιλητής με πειστικά και σωστά επιχειρήματα. Στράφηκε στον Έκτορα και στον Αινεία:
«Αινεία και εσύ Έκτορα αδελφέ μου, μεγάλοι αρχηγοί των Λυκίων και των Τρώων, εσείς έχετε το μεγάλο βάρος στους ώμους σας, είστε οι πρώτοι των πρώτων και στις μάχες και στο μυαλό. Δεν ταιριάζει σε σας η υποχώρηση. Πρέπει να μείνετε εδώ στις πύλες εμποδίζοντας τους στρατιώτες να μπουν μέσα ζητώντας την ασφάλεια που παρέχουν τα θεϊκά τείχη μας. Δώστε τους δύναμη με το παράδειγμα σας πριν πέσουν στις αγκαλιές των γυναικών μέσα στην πόλη αναζητώντας θαλπωρή. Εμψυχώστε τους άντρες σας, δώστε τους κουράγιο, συγκρατείστε τους, άλλη χαρά μην δώσουμε στους Αχαιούς και καταντήσουμε όλοι παιχνίδια στα χέρια τους.
Τρέξτε σ’ όλες τις γραμμές, σ’ όλο το στράτευμα, σηκώστε ψηλά και αποκαταστήστε το καταρρακωμένο ηθικό των ανθρώπων μας, των πιστών μας συντρόφων. Σας εμπιστεύονται, σας εκτιμούν, σας θαυμάζουν. Τρέξτε μην χάνετε χρόνο, κάθε χαμένη στιγμή είναι δώρο στους εχθρούς μας. Οι Αχαιοί έχουν θάρρος, το θάρρος τους δίνει δύναμη, η δύναμη τους δίνει σιγουριά, η σιγουριά τους δίνει ασυγκράτητη ορμητικότητα και αυτοπεποίθηση και αυτή η σιγουριά, η ορμητικότητα και η αυτοπεποίθηση τους δίνει τη νίκη.
Όμως όλα αυτά τα έχουμε και εμείς και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό αφού μαζί μας πολεμά ο ίδιος ο Άρης. Πηγαίνετε λοιπόν και εμείς εδώ θα κρατήσουμε άμυνα, παρά την κούραση μας. Η Ανάγκη, η μητέρα των Μοιρών, το απαιτεί. Μόνο εμείς μπορούμε να διαμορφώσουμε τη μοίρα μας».
Ο Έλενος πήρε θάρρος από τα ίδια του τα λόγια, ξέχασε για λίγο ότι μιλούσε σε δύο υπερήφανους ήρωες, σε δύο ανίκητους πολεμιστές. Ξέχασε ότι ο αδελφός του ο Έκτωρ δεν χρειάζεται παροτρύνσεις και συμβουλές. Ο Έκτωρ γνώριζε πολύ καλά τι να κάνει και με ποιο τρόπο. Ο Έλενος όμως είχε πάρει φόρα και πρόσταξε σχεδόν τον Έκτορα:
«Αδελφέ μου, αφού εμψυχώσεις το στράτευμα σπεύσε μέσα στην πόλη να βρεις τη μάνα μας. Πες της να μαζέψει όλες τις σεβάσμιες και πιστές γερόντισσες στο ναό της Αθηνάς που δεσπόζει στη γωνιά των τειχών στο ψηλότερο σημείο της πόλης μας. Να ανοίξει με το κλειδί που μόνο εκείνη έχει, τη θύρα του ιερού δωματίου της θεάς, του άδυτου, όπου βρίσκεται το Παλλάδιον, το Διϊπετές ιερό άγαλμα της θεάς, το αχειροποίητο. Η μάνα γνωρίζει να διαλέξει τον ωραιότερο, τον μεγαλύτερο, τον πολυτιμότερο υφαντό πέπλο της, που βρίσκεται στο ανάκτορο και με σεβασμό στην ομορφοκτενισμένη αστραπομάτα Αθηνά να τον προσφέρει ακουμπώντας τον στα γόνατά της. Θυσία να τάξει στη θεά δώδεκα χρονιάρες μοσχαροπούλες, τροφαντές αγελαδίτσες. Πρέπει ο πέπλος να είναι ο ωραιότερος, η Αθηνά είναι η πρώτη υφάντρα, γνωρίζει από όλους καλύτερα τα σπουδαία ρούχα με αξία ποιοτική και υλική. Όσο για τις δώδεκα μικρές αγελάδες που θυσία στο βωμό της θα προσφέρουμε, με όλη μας την καρδιά, για να λυπηθεί τις άμαχες γυναίκες και τα μικρά παιδιά μας και να μας γλιτώσει από τον ατρόμητο Διομήδη που πολεμά μανιασμένα σαν λυσσασμένο θεριό. Δεηθείτε με πίστη στην μεγαλόκαρδη Αθηνά να κρατήσει μακριά από τα τείχη μας και την τύχη μας, αυτόν τον άγριο ακοντιστή, τον ανίκητο. Παρακαλέστε τη γαλανομάτα Αθηνά να προστατέψει την ιερή μας πόλη από τον μαχητή που γεννά το φόβο, που κανείς δε φτάνει το πάθος και το μένος του όταν πολεμά. Μη λυπηθείτε τα δώρα, τα αναθήματα, τα τάματα στη σπλαχνική θεά Αθηνά που λαμπρό ναό της κτίσαμε στο ψηλότερο σημείο της πόλης μας για μας βλέπει όλους και όλοι να τη βλέπουμε να παίρνουμε κουράγιο. Η θεά δε θα μας αφήσει στο έλεος του Διομήδη που τον φοβηθήκαμε περισσότερο και από τον ημίθεο Αχιλλέα τον γεννημένο αρχηγό».
Η ώρα του Έκτορα: Ο ρυθμός και ο κυματισμός της συμπλοκής, η κίνηση της, η τάξη της, η φωνή της, η ματιά της, η ψυχή της.
Ο Έκτορας, άκουσε όλα όσα είπε ο αδελφός του Έλενος, όμως εκείνος όλα αυτά τα είχε ήδη σκεφτεί και είχε σχεδιάσει με το δικό του στρατηγικό πνεύμα μια λύση για να εμψυχώσει τους Τρώες, να τους αναστηλώσει το ηθικό ώστε να σταθούν πάλι στα πόδια τους. Όσο άκουγε τον Έλενο η ματιά του σάρωνε και τα δύο στρατόπεδα, και το δικό του και των Αχαιών. Ο προικισμένος αρχηγός, ο χαρισματικός στρατηγός βλέπει όλο το πεδίο της μάχης, ακούει τα πάντα, εκτιμά τους θορύβους και τους ήχους των όπλων αντιλαμβάνεται το ρυθμό της συμπλοκής, την κίνηση της, την τάξη της, τον κυματισμό της, καταλαβαίνει τη φωνή της, τη ματιά της και κατακτά την ψυχή της. Ο Έκτορας πήδηξε από το άρμα του στη γη με βρόντο, που έκαναν τα άρματα του, την ίδια στιγμή που τέλειωσε τις παραινέσεις του ο Έλενος. Ήταν η κατάλληλη ώρα, το σωστό χρονικό σημείο. Σε κάθε χέρι κρατούσε πάλλοντας ένα αστραφτερό αιχμηρό δόρυ. Μπήκε στις τάξεις του δικού του στρατού σαν σίφουνας, σαν αερικό με πλήρη αρματωσιά, σαν φτερωτή Νίκη. Αυτός δεν ήταν μόνο ο αναμφισβήτητος αρχηγός, ήταν θεϊκός ηγέτης, πετούσε σαν τον Ερμή, είχε την τόλμη, το μένος και τη σιγουριά του Άρη, την εμψυχωτική ματιά και τις αρματωσιές του Ήφαιστου, την ομορφιά του Απόλλωνα, το αρχηγικό ταλέντο του ίδιου του Δία, το κοντάρι του έμοιαζε με τη μαγική τρίαινα του Ποσειδώνα, και η αύρα του παρέπεμπε στην αποκοτιά της μέθης του Διόνυσου. Τα λόγια του Έκτορα λίγα αλλά σοφά μιλούσαν κατευθείαν στις καρδιές των πολεμιστών.
«Τρώες γενναίοι και εσείς άξιοι σύμμαχοι μας, σηκώστε το μπόι σας ανακτήστε πάλι την ακατανίκητη ορμή σας».
Οι Τρώες και οι σύμμαχοι τους ψήλωσαν, ένιωσαν τα όπλα σφικτά, ζεστά στο κορμί και στην ψυχή τους και όλοι μαζί αυτόματα ανασυντάχθηκαν. Στο στρατόπεδο των Αχαιών όλο αυτό έφτασε σαν μια καυτή πνοή που μετέδιδε ανησυχία. Έκαναν ένα βήμα πίσω. Αυτό το βήμα πίσω, ήθελε να κερδίσει ο Έκτορας, αυτό το βήμα πίσω μπορεί να τ’ αλλάξει όλα, να φέρει και τη νίκη που φαινόταν χαμένη.
Οι Αργείοι σταμάτησαν να σπέρνουν τον όλεθρο και υπεχώρησαν. Ένας αθάνατος, ένας θεός κατέβηκε από τον αστερόεντα ουρανό, τον κάταστρον αιθέρα, να συνδράμει και να εμψυχώσει τους Τρώες. Και πράγματι ξαναζωντάνεψαν και άστραψε η δύναμη στα μάτια τους.
«Αργείοι δ’ υπεχώρησαν, λήξαν δε φόνοιο,
Φαν δε τιν’ αθανάτων εξ ουρανού αστερόεντος
Τρωσίν αλεξήσοντα κατελθέμεν, ως ελέλιχθεν».
(«Κι οι Αργίτες τη σφαγή παράτησαν κι εκάμαν όλοι πίσω,
και σαν τους είδαν πως ξανάστρεψαν, κάποιος θεός ελέγαν
τ` αστρά τα ουράνια αφήκε κι έφτασε τους Τρώες να διαφεντέψει»). Ιλιάς, Ζ, 107-109, Μετάφραση Ν.Καζαντζάκη, Ι.Θ. Κακριδή.
Φεύγοντας γρήγορα, όπως ακριβώς είχε έλθει, όμορφος με την απαστράπτουσα περικεφαλαία του, ανοίγοντας δρόμο με την περίσσια ενέργεια του, ο Έκτορας φώναξε στους πολεμιστές.
«Πάω στην πόλη μας στους ξωμάχους σοφούς γέροντες να ζητήσω να μαζευτούν και να συσκεφτούν για τα συμβαίνοντα. Θα ζητήσω από τις γυναίκες μας να πάνε ικέτισσες στους θεούς προσφέροντας μία εκατόμβη».
Καθώς χανόταν με ορμή σαν πρωταθλητής δρομέας της μιας ανάσας, η περιμετρική προεξέχουσα γύρω- γύρω άκρη του χοντρού μαύρου δέρματος που κάλυπτε την ομφαλόεσσα ασπίδα του χτυπιόταν στον αέρα ανήμπορη να συντονιστεί σε τόσο μεγάλη ταχύτητα. Αυτή η παλλόμενη στεφανιαία άκρη του δέρματος της ασπίδας κτυπούσε αλύπητα σαν κοφτερή λεπίδα τα ακάλυπτα σημεία του σώματος του Έκτορα στον αυχένα και στους αστραγάλους. Ο υπερήφανος αρχηγός ένιωσε το αίμα στο λαιμό και στα πόδια του. Αίμα που δημιούργησε το όπλο που τον είχε προστατέψει σε τόσες και τόσες μάχες. Ήταν ειρωνεία, σκέφτηκε, όμως πρέπει να αντέξω, να φτάσω γρήγορα στην πόλη και να επιστρέψω αμέσως στη μάχη. Θα τα καταφέρω γιατί μάχομαι για την πατρίδα μου, έχω δύναμη και αντοχή, δε φοβάμαι, πιστεύω στην κρίση και στις αποφάσεις μου. Κατανοώ ότι το παρελθόν, το μέλλον, ο παθιασμένος άμετρος έρωτας, η μοίρα, ο θάνατος, ο εγωισμός, ο φθόνος, το μίσος και κυρίως ο φόβος και η προκατάληψη μπορούν να αντικατασταθούν με τη σοφή και ήρεμη σκέψη που ελέγχει το συναίσθημα και δεσπόζει στο πεπρωμένο.
Troilus: Τhe Greeks are strong and skilful to their strength,
Fierce to their skill and to their fierceness valiant;
Τρωίλος: Οι Έλληνες είναι δυνατοί και επιδέξιοι στη δύναμή τους,
μανιώδεις και σκληροί στη δεξιότητά τους και στην αγριότητα τους γενναίοι. Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Τρωίλος και Χρυσηίδα, πράξη πρώτη, σκηνή 1.
*Αρχιτέκτων, Ιστορικός Αρχιτεκτονικής, Ιστορικός Τέχνης.
** Αφιερώνεται στον αδελφικό φίλο Θάνο Παπαθανασόπουλο, αρχιτέκτονα αναστηλωτή και συγγραφέα που πρώτος άκουσε την παραπάνω ιστορία, το χειμώνα του 1977, όταν εργαζόμαστε στον Επικούρειο Απόλλωνα στις Βάσσες.
