Η σύγχρονη κριτική επιστημολογία (αναφέρω ενδεικτικά ως εκπροσώπους της τους Tόμας Κουν, Γίργκεν Χάμπερμας) υποστηρίζει ότι η γνώση (τόσο η προεπιστημονική όσο και η επιστημονική) είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κοινωνικές διαδικασίες συγκρότησης και αναπαραγωγής της πρακτικής ζωής του ανθρώπου.
Με απλά λόγια, η επικρατούσα επιστημολογική άποψη είναι αυτή που υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ζωή, τόσο στο επίπεδο του ατόμου όσο και στο επίπεδο της κοινωνικής συλλογικότητας, εξαρτάται από τη γνώση (ειδικότερα την επιστήμη) που παράγεται στις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες.
Ο Χάμπερμας, μάλιστα, στο εξαιρετικό βιβλίο του με τον τίτλο «Γνώση και διαφέρον» (1968), εξειδικεύει τη σχετική προβληματική με τη θεωρία του για τα «γνωστικά διαφέροντα» τα οποία κατευθύνουν την επιστημονική έρευνα. Διακρίνει τρεις τύπους «γνωστικών διαφερόντων»: το τεχνικο-περιγραφικό, το ερμηνευτικο-πρακτικό και το χειραφετητικό διαφέρον (Interesse).
Ολόκληρη η παραγόμενη επιστημονική γνώση εντάσσεται σ’ αυτούς τους τύπους. Με άξονα αυτούς τους προσανατολισμούς της επιστημονικής γνώσης, οργανώνεται η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και θεσμοθετείται η κοινωνική χρήση εργαλείων όπως είναι π.χ. η γλώσσα, η εργασία, η εξουσία, το χρήμα κ.ά.
Εκανα αυτή την επιστημολογική εισαγωγή, επειδή στην παρέμβασή μου αυτή επιδιώκω να εξετάσω τη σχέση ανάμεσα στη γνώση και την κοινωνία από μία σκοπιά η οποία είναι συμπληρωματική της σύγχρονης επιστημολογίας, αλλά ταυτόχρονα δίδει έμφαση σε μια ιστορικο-κοινωνική δυναμική, την οποία επιβάλλουν στην ανθρώπινη ζωή οι εκάστοτε ηγετικές κοινωνικές ομάδες.
Από την ιστορική εμπειρία του νεοφιλελευθερισμού ως συστήματος οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής, γνωρίζουμε ότι οι κυρίαρχες ηγετικές ομάδες (ελίτ κατά τη γνωστή έκφραση) παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις στρατηγικές των ερευνητικών και των εκπαιδευτικών διαδικασιών.
Δεν είναι π.χ. τυχαίο το γεγονός ότι τεράστια κονδύλια στον τομέα της ιατρικής έρευνας επενδύονται σε κερδοφόρες ερευνητικές διαδικασίες, ενώ άλλες έρευνες υποχρηματοδοτούνται. Σ’ αυτή τη στρατηγική επιλογή μπορούν να αναζητηθούν οι παράγοντες (όχι εννοείται τα αίτια) για τους οποίους εμβόλια όπως αυτά κατά του κορονοϊού δεν είχαν ενταχθεί στις ερευνητικές διαδικασίες.
Με άλλα λόγια, διανύουμε ως ανθρωπότητα μια ιστορική φάση κατά την οποία «έχουν πιαστεί» στα δίχτυα του νεοφιλελευθερισμού όχι μόνον κοινωνικά εργαλεία, όπως είναι π.χ. η εξουσία, το χρήμα ή η σχέση κεφαλαίου – εργασίας, αλλά η γνώση και ειδικότερα η επιστήμη. Και ενώ σε παλαιότερες ιστορικές φάσεις, η διαμάχη ανάμεσα στην πίστη και τη γνώση ήταν συγκροτησιακή για την ανθρώπινη κοινωνία, στις μέρες μας, φαίνεται πως «αόρατες» κοινωνικές δυναμικές, που επιβάλλονται από το πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού, είναι εκείνες που καθορίζουν τη χρησιμότητα της γνώσης και της επιστήμης.
Η διαμάχη, στις μέρες μας, μέσω της οποίας οργανώνονται οι επιστημονικές έρευνες, ανάγεται ανάμεσα σε χρήσιμες γνώσεις και άχρηστες γνώσεις. Γύρω απ’ αυτό το αίτημα της χρησιμότητας της επιστημονικής γνώσης θεσμοθετούνται τα συστήματα έρευνας και διδασκαλίας. Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: η οργάνωση των ανθρωπιστικών σπουδών θεωρείται σχεδόν περιττή, ενώ η εμπειρικο-αναλυτική έρευνα στην κυριολεξία αποθεώνεται.
Ενας άλλος παράγοντας ο οποίος σφραγίζει τις έρευνες είναι η διάκριση ανάμεσα στις θετικές επιστήμες και τις επιστήμες της κοινωνίας και του ανθρώπου. Πρόκειται για το γνωστό πρόβλημα των «δύο πολιτισμών». Η ανθρώπινη ζωή μπορεί εντός της ερευνητικής διαδικασίας να τεμαχίζεται κατά αναλυτικό τρόπο και να ερευνάται η σχέση του ανθρώπου με τη φύση ως ξεχωριστή ενότητα, σε αναφορά με τη σχέση κεφαλαίου – εργασίας, είναι ωστόσο ένα σύνολο, μια ολότητα ως υπαρκτική οντότητα.
Ολες αυτές οι παρατηρήσεις μου συγκεφαλαιώνονται στην ακόλουθη θεωρητικο-πολιτική θέση μου: ο νεοφιλελευθερισμός ως σύστημα οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής στο σύνολό της επικρατεί επειδή η ίδια η παραγωγή της γνώσης έχει ενταχθεί στις διαδικασίες του. Οι ερευνητικές διαδικασίες, δηλαδή οι πρακτικές παραγωγής της γνώσης, από την επιστημολογική σκοπιά, είναι διαδικασίες του θετικισμού και από την πολιτική σκοπιά, είναι διαδικασίες του νεοφιλελευθερισμού.
Δεν είναι εδώ η κατάλληλη θέση για να αναπτύξω τις στενές συγγένειες ανάμεσα στον θετικισμό και τον νεοφιλελευθερισμό. Εκείνο που αξίζει να τονιστεί είναι η εξής επισήμανση: όσο η ίδια η επιστήμη και ως έρευνα και ως διδασκαλία (ως μορφωτική διαδικασία εν γένει) δεν οργανώνεται στο επίπεδο του κριτικού αναστοχαστικού πνεύματος, αλλά αντιθέτως αναπαράγεται στο πλαίσιο του θετικισμού και του νεοφιλελευθερισμού, τόσο είναι βέβαιο ότι φαινόμενα όπως αυτό του κορονοϊού θα εμφανίζονται στην ανθρώπινη ζωή. Κοντολογίς, η πολιτική λύση στο κοινωνικό πρόβλημα του κορονοϊού μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν και εφόσον η κριτική πολιτική θεωρία και το κριτικό πνεύμα εν γένει καταστούν «μορφωτικός κανόνας» στην ανθρώπινη ζωή.
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
