Στις εκλογές του 2019 η Ν.Δ. πέτυχε ευρεία νίκη. Μεγάλο μέρος εκείνων που την εγκατέλειψαν από το 2009 και μετά επανέκαμψε. Η διαφορά από το δεύτερο κόμμα ήταν μία από τις μεγαλύτερες που πέτυχε ως κόμμα μετά το 1981, διαφορά που της έδωσε άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Επιπλέον, διαθέτει εκλογικές ρεζέρβες δεξιά και αριστερά της που μπορούν να τη βοηθήσουν μέσα και έξω από το Κοινοβούλιο.
Δεν στέκομαι στα αίτια της εκλογικής επικράτησης. Παραπέμπω στις αναλύσεις του Γ. Μοσχονά ο οποίος εστιάζει στη διάχυση του αντι-ΣΥΡΙΖΑ αισθήματος. Αυτό εξηγεί εν πολλοίς την αντοχή του κυβερνητικού κόμματος πριν από την πανδημία, παρά τις μετριότατες επιδόσεις του σε πολλούς τομείς, την οικονομία κατά πρώτον. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί και αχίλλειος πτέρνα καθώς η νίκη οφείλεται περισσότερο στην απόρριψη του αντιπάλου. Η ψήφος αυτή διαγράφει και τις προσδοκίες των ψηφοφόρων, τουλάχιστον μεγάλου μέρους τους, από το κυβερνών κόμμα.
Αυτονόητα τις εκλογικές νίκες τις πιστώνεται ο αρχηγός του πρώτου κόμματος, ο μετέπειτα πρωθυπουργός. Και αυτός κατά τεκμήριο τις κεφαλαιοποιεί. Ενισχύει τη θέση του στο εσωτερικό του κόμματος και στο πολιτικό πεδίο. Επειτα από έναν χρόνο και κάτι κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη και τον πρώτο μίνι ανασχηματισμό έχουμε το παράδοξο.
Ο αρχηγός πιστώνεται τη νίκη αλλά δεν μπορεί να την κεφαλαιοποιήσει. Κανένας δεν αμφισβητεί, τουλάχιστον δημόσια, ότι η Ν.Δ. ωφελήθηκε από την ανάληψη της ηγεσίας από τον Κ. Μητσοτάκη και οφείλει σε αυτόν την επιστροφή στην εξουσία. Από την άλλη, ωστόσο, ο σημερινός πρωθυπουργός δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να αξιοποιήσει τη νίκη αυτή, να αποδειχθεί αδιαφιλονίκητος ηγέτης στο κόμμα του και να ενεργήσει ως τέτοιος στο πολιτικό πεδίο.
Προφανώς κανένας σήμερα στη Ν.Δ. δεν εγείρει και δεν μπορεί να εγείρει, τουλάχιστον δημόσια, ζήτημα αρχηγού. Από την άλλη, ωστόσο, τα εγχειρήματα κεφαλαιοποίησης της κυριαρχίας του Κ. Μητσοτάκη ελάχιστα απέδωσαν. Τα εγχειρήματα αυτά μπορούν να συνοψιστούν σε τρία σημεία: κυβερνητικός λόγος-κυβερνητική πολιτική, επιτελικό κράτος και ανασχηματισμός.
Σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων της Ν.Δ., «εκσυγχρονιστές» κατά πρώτον προσδοκούσαν ότι η εκλογή Μητσοτάκη θα σηματοδοτούσε μια μετατόπιση της ΝΔ προς το Κέντρο τόσο σε επίπεδο λόγου όσο και σε επίπεδο κυβερνητικών πρακτικών.
Εγιναν κάποιες κινήσεις στην κατεύθυνση αυτή ιδιαίτερα με την επιλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και την υπουργοποίηση ορισμένων «εκσυγχρονιστών». Ωστόσο, ο πρωθυπουργός, παρά την προϊούσα αποδυνάμωση των καραμανλικών, δεν κατάφερε να επιβάλει το αφήγημά του που συνίσταται στην αποστασιοποίηση από την προ ΣΥΡΙΖΑ κατάσταση και την εμφάνιση του ίδιου ως κάτι ριζικά νέου. Αντίθετα, πρωτοκλασάτα στελέχη του κόμματός του και υπουργοί δεν χάνουν ευκαιρία να αναδείξουν την κληρονομιά και να θυμίσουν ότι η παράταξη έχει παρελθόν και συνέχεια.
Η διαμάχη για τη συνέχεια/ασυνέχεια της νεοδημοκρατικής παράταξης διαπερνάται από τη συγκρότηση και λειτουργία του «επιτελικού κράτους». Ο στόχος, εικάζω, είναι διπλός. Να καλλιεργηθεί η εικόνα ότι το πρωθυπουργικό περιβάλλον έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο παντού και να κερδηθεί η μάχη επικράτησης σε κόμμα και κυβέρνηση. Σε πρώτη ματιά θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο Κ. Μητσοτάκης μέσω του μηχανισμού αυτού αξιοποιεί την εκλογική νίκη και επιβάλλεται σε όλα τα επίπεδα.
Η υπόθεση δεν επιβεβαιώνεται ούτε από τον κομματικό και κυβερνητικό λόγο ούτε από τις αντίστοιχες πρακτικές. Προεκλογικές υποσχέσεις όπως αξιοκρατία, διαφάνεια, μικρό και ευέλικτο κράτος έχουν στην καλύτερη περίπτωση κακοποιηθεί. Ο αριθμός των μετακλητών είναι ο υψηλότερος εδώ και πολλά χρόνια και η κομματοκρατία θυμίζει πρακτικές προηγούμενων δεκαετιών.
Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δεν πρόκειται για αδυναμία αλλά για επιλογή συγκερασμού τάσεων και ικανοποίησης του ετερογενούς κομματικού ακροατηρίου. Ετσι θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε και τη συνύπαρξη σχεδόν σε κάθε υπουργείο κομματικών φίλων και αντιπάλων και βέβαια τον πρόσφατο μίνι ανασχηματισμό. Η υπόθεση αυτή πραγματολογικά δεν στέκει. Αντιφάσκει με τις διακηρύξεις του Κ. Μητσοτάκη και βέβαια με τη λογική υπόθεση ότι ο κάθε αρχηγός ψάχνει να εμπεδώσει την κυριαρχία του.
Πιο λογική μοιάζει η εξήγηση ότι χάθηκε κρίσιμος χρόνος για την εμπέδωση της εσωκομματικής κυριαρχίας και πιθανόν χρειάζεται νέα νίκη για να δημιουργηθεί το σχετικό ευνοϊκό μομέντουμ. Αυτός ίσως είναι και ένας από τους λόγους που ο Κ. Μητσοτάκης επιχειρεί να εδραιώσει την εικόνα του μέσα από χολιγουντιανού τύπου πρακτικές προσωπικής και οικογενειακής προβολής. Είναι ένας σχετικά ανώδυνος τρόπος φυγής στο μέλλον, συγκάλυψης εσωτερικών αντιθέσεων και ενίσχυσης της προσωπικής εικόνας που ενδεχόμενα τον βοηθήσει σε μελλοντικές αναμετρήσεις.
*καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών
