Στο ρεπορτάζ για τις φωτιές στην Κορινθία, που δημοσιεύτηκε στο φύλλο της προηγούμενης Δευτέρας, ένας απλός άνθρωπος, ο κ. Κωνσταντίνος, αναρωτιόταν αν στα καμένα «…θα φυτρώσουν ανεμογεννήτριες». Αυτή η απλά διατυπωμένη σκέψη, εκφρασμένη με τη σαφήνεια του λόγου ενός ανθρώπου που νοιάζεται για τον τόπο του, συμπυκνώνει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Στην ελληνική κοινωνία είναι διάχυτη η καχυποψία των αρχόμενων στους «άρχοντες». Σήμερα οι περισσότεροι Ελληνες πίσω από την πιο μικρή και ασήμαντη απόφαση της πολιτικής ηγεσίας αναζητούν σκοπιμότητες και υστερόβουλα κίνητρα. Στον λογισμό τους τίποτα δεν είναι όπως εμφανίζεται.
Ακόμα και το αυτονόητο αμφισβητείται, αφού, όπως πιστεύουν, οι «άρχοντες» διαπνέονται από τη φιλοσοφία του λύκου που χαίρεται στην αναμπουμπούλα. Ακόμα και πρωτοβουλίες, όπως η αξιοποίηση του αέρα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, προκαλούν σκέψεις και υποψίες που αφορούν συναλλαγές, συμφέροντες διακανονισμούς, βολικές εξυπηρετήσεις και χρήσιμες διευθετήσεις. Ακούν κάτι και η πρώτη σκέψη δεν είναι το πώς θα επηρεάσει τη ζωή τους αλλά ποιοι θα επωφεληθούν. Θα μπορούσα να αραδιάσω εκατοντάδες παραδείγματα από τη διακυβέρνηση των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων στα οποία οι απλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι κρύβεται κάποιας μορφής συναλλαγή.
Το μείζον όμως πρόβλημα είναι ότι οι «άρχοντες», είτε από τον «άμβωνα» της πλειοψηφίας είτε από το «στασίδι» της μειοψηφίας, κάνουν ό,τι μπορούν όχι μόνο για να επιβεβαιώσουν την καχυποψία των πολλών αλλά και για να τη μετατρέψουν σε βεβαιότητα. Η τωρινή κυβέρνηση, για παράδειγμα, αξιοποιώντας το οπλοστάσιο της εξουσίας αποπειράται συστηματικά να «γκριζάρει» κάθε πολιτική πρωτοβουλία της προηγούμενης. Η τωρινή αξιωματική αντιπολίτευση αξιοποιώντας από την πλευρά της το ειδικό βάρος του ρόλου της προσπαθεί να απλώσει το μελάνι της υποψίας σε κάθε επιλογή της κυβέρνησης. Από κοντά και οι υπόλοιποι που, ανάλογα με τις προτεραιότητες και τους στόχους που έχει ο καθένας τους, φροντίζουν με κάθε τρόπο να κρατήσουν άσβεστη τη φλόγα της καχυποψίας και της αμφισβήτησης. Ετσι, με εκείνα και με τα άλλα, κάθε νοήμων άνθρωπος αποκτά όλα τα επιχειρήματα για να αηδιάσει και να αποστρέψει το κεφάλι ψιθυρίζοντας τη γνωστή επωδό της απαξίωσης: «Ολοι ίδιοι είναι».
Σε αυτό το νοσηρό περιβάλλον που η λέξη «χρηστός» έχει υποκατασταθεί από τη λέξη «σκοπιμότητα» και η λέξη «άδολος» από τη λέξη «συμφέρον» ο δημόσιος βίος φαρμακώνεται καθημερινά από τους «υπηρέτες» του, με τη μεθοδικότητα, την αποφασιστικότητα και τον ζήλο ασσασίνου. Με το δηλητήριο της καχυποψίας, της δυσπιστίας και της εχθρότητας να κυλά σε όλο και πιο μεγάλες ποσότητες στις φλέβες της, ακόμα και η πιο σφριγηλή Δημοκρατία γίνεται ευάλωτη, ασθενική και ευπρόσβλητη στον αυταρχισμό και στον λαϊκισμό.
Οι πρόσφατες επισημάνσεις της Προέδρου της Δημοκρατίας για την απομυθοποίηση της Δημοκρατίας ήταν εύστοχες, αλλά η απόδοση των ευθυνών στους λαϊκιστές και στους ακραίους, κάθε πολιτικής κατεύθυνσης, ήταν… αλλήθωρη. Η τοποθέτηση αυτή παραγνωρίζει ότι οι λαϊκιστές και οι ακραίοι δεν «φυτρώνουν» στα «κατσάβραχα» αλλά σε καρπερά «χωράφια» που παραμέλησαν ή και εγκατέλειψαν οι ιδιοκτήτες τους. Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι οι «φύλακες» της Δημοκρατίας όχι μόνο αδιαφορούν αλλά με πράξεις και παραλείψεις διευκολύνουν την προσπάθεια των ακραίων και των λαϊκιστών να μετατρέψουν τη Δημοκρατία σε στέρφα γη. Αλήθεια, τι διαφορετικό θα μπορούσε να σκεφτεί ο Κορίνθιος πυρόπληκτος όταν ακούει τον έναν να λέει ότι «θα πάει μέχρι το τέρμα», τον άλλον να κατηγορεί για «συγκάλυψη» και τον τρίτο να χρησιμοποιεί τον Ποινικό Κώδικα για να θέσει τον πολιτικό του αντίπαλο σε κατάσταση διαρκούς πολιτικής ομηρίας; Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η σκέψη ότι κάποιοι θα προσπαθήσουν να αξιοποιήσουν τη φωτιά για να σηκώσουν ανεμογεννήτριες είναι αναμενόμενη.
Σήμερα, με την απαξίωση αλλά και την εμπορευματοποίηση που επιχειρείται σε παγκόσμια κλίμακα, η Δημοκρατία μεταλλάσσεται σε κάτι που θυμίζει… Δημοκρατία. Οταν ο αυταρχισμός και η καταστολή νομιμοποιούνται με την επίκληση της ευταξίας. Οταν η εξαθλίωση δικαιολογείται με το άλλοθι της ανωτέρας βίας. Οταν η αδιαφορία και ο κυνισμός εκτοπίζουν τον διάλογο, την αποδοχή και την ανεκτικότητα, τότε η απόσταση που υπολείπεται μέχρι η κοινωνία να μετατραπεί σε ζούγκλα, όπου κυριαρχούν ο φόβος, η εκδικητικότητα και η υστεροβουλία, περιορίζεται δραματικά. Και αυτόν τον δρόμο δεν τον έχουν ανοίξει τα «ζιζάνια» των λαϊκιστών και των ακραίων αλλά τα «άνθη» των πολιτικών και οικονομικών ελίτ που ανθίζουν σε φροντισμένους, προφυλαγμένους και καλά συντηρημένους… κήπους.
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
