Οι χρόνοι που ζούμε είναι ίσως από τους πιο ανησυχητικούς. Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε μια παρόμοια αμφισβήτηση της ανθρώπινης σκέψης και των αξιών που προκύπτουν από την εξέλιξή της. Ο αντιδραστικός οδοστρωτήρας δεν αρκείται μόνο να αντιστέκεται στους ιδεολογικούς αντιπάλους του ορθώνοντας μια άποψη διαφορετική, αλλά αναθεωρεί την ίδια την αξία της πίστης στα ιδανικά του αντιπάλου, που άλλοτε την εκτιμούσε, ακόμα κι όταν την καταδίωκε. Σήμερα η αντιδραστική σκέψη αποδύεται σε έναν αγώνα όχι να καταρρίψει και να καυτηριάσει θεωρητικά, αλλά να στιγματίσει και να κηλιδώσει συνειδησιακά όσους αντιμάχεται.
Ο ιδεολογικός αντίπαλος, κατά τα πρότυπα της πιο σκοταδιστικής αντίληψης εκείνων των καθεστώτων που δαιμονοποίησαν τον Αλλο, πλέον γίνεται νοητός και προπαγανδίζεται στα πλήθη ως εγκληματίας που απειλεί την ίδια μας την ύπαρξη. Δεν είναι πια μόνον ένας ιδεολογικός μαυλιστής, αλλά ένας κακοποιός ολετήρας της φυσικής και υλικής μας ύπαρξης, ένα υποπροϊόν της κοινωνικής ιστορίας και της εξέλιξης του «πνεύματος», μια κακοήθης νεοπλασία του τρόπου ζωής, μια σατανική παρέκκλιση. Δεν του αναγνωρίζεται το σφάλμα, αλλά του καταλογίζεται το «αμάρτημα» ως έσχατη κακουργία. Το θάρρος του αντιπάλου να υπερασπίζεται τις απόψεις του, η πάλη του να διεκδικήσει δικαιώματα και ποιότητα ζωής, να καταθέσει δημόσια την άποψή του, στηλιτεύεται ως κακούργημα, ληστρική συμπεριφορά, κακοπροαίρετη εκ των προτέρων επιχείρηση.
Αδιαμφισβήτητα σύμβολα του παρελθόντος για τη στράτευσή τους σε ιδανικά, που -ανεξάρτητα από την πολιτική τους διάσταση- κύριο άξονα του αναπτύγματός τους είχαν την πρόοδο της κοινωνίας και τα δικαιώματα του ανθρώπου, καταβαραθρώνονται και σύρονται στη λάσπη, όχι ως λανθασμένες στην επιλογή, αλλά έντιμες, ειλικρινείς και αναγνωρίσιμες προθέσεις. Η πανάρχαια, τρομακτική στην απλούστευσή της, διάστιξη και κυριότερα η διαστροφή της σημασίας της έννοιας ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό», που δεν αναγνωρίζει στο ελάχιστο την αντίθετη άποψη κι έχει οδηγήσει στο παρελθόν σε στυγερότατα εγκλήματα και γενοκτονίες στους καιρούς μας, αποτελεί το κύριο επιχείρημα των οπισθοδρομικών δυνάμεων.
Πλέον ακόμα και οι «ήρωες» αποκαθηλώνονται, όχι γιατί αποδείχτηκε ότι πάλευαν για λάθος ιδανικά και σε διαφορετικά στρατόπεδα, ή απλώς γιατί ηττήθηκαν, αλλά γιατί η ιδεολογική περιβολή της πράξης τους και τα αντικειμενικά της χαρακτηριστικά και οι συνέπειές της συμφύρονται με την ψυχολογική συνέπεια των δραστηριοτήτων, των πτυχών του χαρακτήρα, των ανθρωπομορφικών ιδιοτήτων και της ιδιοσυγκρασίας του ατόμου καθαυτού και της ιδιωτικότητάς του, όχι της αντανάκλασης των όλων πεπραγμένων του στην κοινωνία. Προσωπικότητες διεθνούς εμβέλειας ή όχι, αγωνιστές διανοούμενοι και πολιτικοί, αναπαριστώνται ως δύσμορφοι, κακοντυμένοι, εγωιστές, καιροσκόποι, «κοινοί εγκληματίες» γιατί υπερασπίζονταν «τρομοκράτες» και «κακοποιούς» απέναντι στα «χρηστά ήθη», σεξομανείς, παραβατικοί, σοβινιστές…
Μία τάση που στην ουσία έχει υποβοηθηθεί από την επιλογή των σύγχρονων κινημάτων να προσφεύγουν και εκείνα σε μια υπεραπλούστευση και σε έναν υποκαθορισμό της εισηγητικής πεποίθησης για τον αντίπαλο, που όμως δεν εξασφαλίζει, ούτε και εγγυάται την τελική της επικράτηση απέναντι σε μια εξίσου εμπειρικά αποδεκτή διαφορετική πεποίθηση.
Στην αποικοδόμηση των θέσεων του αντιπάλου, ώστε να αποδειχτεί η μειονεκτικότητα της εμπειρικής τους εγκυρότητας, δεν αρκεί απλουστευτικά να ισχυριστούμε πως εκείνος είναι «λανθασμένος κι εμείς «ορθοί», αυτός «κακός» κι εμείς «καλοί», αλλά να υποδείξουμε μεθοδολογικά και τεκμηριωμένα πού σφάλλει και πως εμείς βρισκόμαστε στην έγκυρη πλευρά της θεωρίας. Δεν αρκούν οι ιερεμιάδες και οι επικλήσεις σε μια παρελθούσα σύγκρουση -που άλλωστε το θεωρητικό παράδειγμα και το περιβάλλον των αντικειμενικών συνθηκών ήσαν όλως διόλου διαφορετικά από το σήμερα- αλλά ο συγχρονισμός με την «επιστημονική» διάσταση των συνισταμένων που συνθέτουν το σχήμα της υλοποιημένης δράσης και της θεωρητικής αντίληψης για την υπαρκτή πραγματικότητα.
Σε ολόκληρο τον κόσμο η εμπειρία έδειξε πως οσάκις τα κινήματα στηρίχτηκαν σε μια διχοτομία «εμείς»-«αυτοί», μετά την αρχική επιτυχία της εμβέλειας του «σχηματισμού» αυτού κατέληξαν να παγιδευτούν λόγω της πρακτικής αποτυχίας τους να αποδείξουν μια πρακτική υπεροχή του μοντέλου τους στην ίδια διχαστική επιχειρηματολογία των αντιπάλων τους, που εξαιτίας της έμπρακτης αστοχίας στην πολιτική εφαρμογή των πρώτων, η αντήχηση της διπλής έντασης κατάκρισης των δεύτερων είναι πολύ μεγαλύτερη στον ζαλισμένο, παρανοημένο, κόσμο, που θεωρεί τον εαυτό του πλανημένο και ψυχολογικά οδηγείται σε μια συστροφή. Τούτη η αναδίπλωση νομοτελειακά οδηγεί σε μια συντηρητικοποίηση, που πλέον αντιμετωπίζει την όποια νέα προσπάθεια για ανάταση με εφεκτικότητα και δυσπιστία, έχοντας καταλογίσει -και υπό την επήρεια των διαβολών των αναθεωρητών- κακόβουλη πρόθεση στους προκατόχους των νέων μεταρρυθμιστών.
*δημοσιογράφος, δρ Φιλοσοφίας/Γλωσσολογίας
