Λένε μια ιστορία για τoν Τουλούζ Λοτρέκ. Για ένα ημιτελές πορτρέτο… Τη νύχτα που πέθανε στο Μαλρόμ, στην τραπεζαρία του κάστρου πάνω από το τζάκι, το πορτρέτο του στρατηγού Βο ήταν ακίνητο και ημιτελές. Ο Λοτρέκ το κοίταξε για ώρα. Θα το εγκαταλείψει ημιτελές; Σε μια ξαφνική παραφορά χρησιμοποίησε μια μικρή σκάλα. Ανέβηκε επάνω. Και μετά σχεδίασε μόνο μία πινελιά. Δεν μπορούσε να συνεχίσει, ήταν βρεγμένος από ιδρώτα…
Ο Λοτρέκ, ο ζωγράφος, εγκαταλείπει την προσπάθεια. Η παράλυσή του μεγάλωνε γρήγορα και δεν μπορούσε να κινήσει τα χέρια του. Ποτέ δεν επρόκειτο να ολοκληρώσει το πορτρέτο. Κάλεσαν τον ιερέα. Ο Λοτρέκ έκανε ένα αστείο. Το τελευταίο του αστείο. Η αυγή του θανάτου του, η αυγή της 8ης Σεπτεμβρίου, ερχόταν.
Από όλα τα έργα ζωγραφικής του, τα πορτρέτα του, το art nouveau του και μετά τον ιμπρεσιονισμό του τις μικρές γραφικές του εικόνες και τα Moulin Rouges του, τις πλύστρες του και τον Βαν Γκογκ του, τη θεϊκή ποικιλομορφία του, αυτός ο ημιτελής πίνακας αιχμαλώτισε τη φαντασία μου. Αυτό ήταν για μένα το καλύτερο πορτρέτο του παρά το τρέμουλο στο χέρι του. Παρά τις ατέλειές του. Επειδή άφησε όλες τις δυνατότητες ανοιχτές…
Αυτή η αναθεματισμένη πιθανότητα, αυτή η δυνατότητα των ανοιχτών οριζόντων, είναι που μας στοιχειώνει όποτε πρέπει να ζυγίσουμε τις περιστάσεις και να ζυγιστούμε μπροστά τους. Είτε αφορά δυσκολία πολιτική, είτε επαγγελματική, προσωπική ή κοινωνική. Ο ατέλειωτος πίνακας είναι εκεί. Να βάζει το ύψος. Και στην επιτυχία και στην αποτυχία.
Στην «Υπόγεια Επανάσταση» η Ναόμι Φέργκιουσον επισημαίνει ότι σε οριακές εποχές ο ακτιβισμός, σε κάθε τομέα, ζυμώθηκε με την τέχνη «στην ανάγκη της στιγμής, στην ανάγκη κάθε ατόμου να αισθάνεται μέρος της ζωής».
Και κάνοντας αυτό μετέτρεψε τον θεατή από παθητικό δέκτη σε ζωντανό μέρος ενός αγώνα πολύ μεγαλύτερου από το πρόβλημά του, ενός αγώνα που ίσως δεν μπορούσε να φανταστεί καθώς ζωγράφιζε τις μικροσκοπικές λεπτομέρειες της καθημερινής του/της ζωής στον καμβά της Ιστορίας, της κοινωνικής απελευθέρωσης και της προσωπικής εκπλήρωσης.
Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ είπε άλλωστε ότι αυτό που μας ξεχωρίζει είναι το πέταγμα. Εάν, παρ’ όλο που νιώθουμε «χώμα», στήνουμε τη σκάλα κι ανεβαίνουμε ψηλά, για να βάλουμε τη μία και μοναδική πινελιά. «Εάν δεν μπορείτε να πετάξετε, τρέξτε» είπε. «Εάν δεν μπορείτε να τρέξετε, περπατήστε. Εάν δεν μπορείτε, συρθείτε». Ομως όποιοι κι αν είστε, όπως κι αν είστε, όπου κι αν είστε «μη σταματήσετε ποτέ να κινείστε προς τα εμπρος…».
