«Τα κράτη οφείλουν να απέχουν από το κλείσιμο συνόρων και την εφαρμογή μεταναστευτικών πρακτικών που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών, συμπεριλαμβανομένων μέτρων όπως η κατασκευή φράχτη και η στρατιωτικοποίηση των συνοριακών περιπόλων» (Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης, 10/6/2020). Οι ρεαλιστές κάθε είδους και σχολής πάντοτε δυσφορούσαν με τέτοιου είδους υποδείξεις, παρ’ ότι γνωρίζουν πως δίχως τις αξιακές σφήνες ο ρεαλισμός τους είναι σκέτη πράξη.
Και κανείς δεν είναι έτοιμος να δεχτεί ότι απλώς πράττει, ιδίως οι ρεαλιστές. Οσο περισσότερο, δε, δυσκολοχώνευτη η πράξη, τόσο περισσότερη επίκληση απαιτείται, γεγονός που αντίστροφα μας δίνει μια πρόταση άλλης τάξης: όσο περισσότερη επίκληση απαιτείται, τόσο ρηχότερο το περιεχόμενό της. Συνεχίζει ο ΔΟΜ: «Το δικαίωμα εθνικής κυριαρχίας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος εξασφάλισης της εδαφικής ακεραιότητας, σταματά εκεί που ξεκινούν οι υποχρεώσεις σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων»!
Τούτη είναι μία υπό δύο έννοιες βαθιά Διαφωτιστική πρόταση. Η πρώτη, διότι ο Διαφωτισμός, αν μη τι άλλο, μας ανάγκασε να αποδεχτούμε ότι η διαρκής αναφορά στο συμφέρον και τις αναγκαιότητές του είναι εξαιρετικά ρηχή· όλοι βλέπουν το συμφέρον και όλοι νιώθουν την πίεσή του. Απαιτείται, όμως, πολύ περισσότερος κόπος για να αντιληφθούμε ότι η σταθερή ικανοποίηση των αναγκαιοτήτων του συμφέροντος δεν συγκροτεί τον βίο, ούτε τον προσωπικό ούτε τον συλλογικό.
Η δεύτερη, διότι ο Διαφωτισμός, αν μη τι άλλο, μας έμαθε να διατυπώνουμε τέτοιου είδους προτάσεις ως φαινομενικά μόνο παράλογες. Ο Διαφωτισμός δεν κατάφερε να ξεριζώσει το συμφέρον και τις εμφανίσεις του στην κοινωνική ζωή και δεν κατάφερε να καταστήσει τέτοιες προτάσεις εύλογες δίχως ένα πρώτο σάστισμα. Κατάφερε όμως να μπορούμε αναστοχαστικά να διακρίνουμε σε αυτές τη λογική αποτύπωση μιας εξίσου, και σπουδαιότερης, αναγκαιότητας. Και τούτο διότι με τον Διαφωτισμό το αίτημα της δικαιοσύνης απέκτησε την, όχι απλώς αξιακή, αλλά απολύτως πρακτική και αναγκαία προτεραιότητα.
Η δικαιοσύνη δεν τοποθετείται αόριστα εμπρός, αλλά συγκεκριμένα στην αρχή, ένα βήμα πριν από εκεί που μπορεί να φτάσει η οντολογία μιας αναπόφευκτα συγκρουσιακής πραγματικότητας. Αυτή σταματά στο σημείο που παράγεται η σύγκρουση δίχως να μπορεί να δει ότι η σύγκρουση προκύπτει επειδή έχει προηγηθεί, σε ένα πιο πρωταρχικό σημείο, η παραβίαση της δικαιοσύνης. Το πραγματικά ωφέλιμο λοιπόν δεν είναι η επιδίωξη της σύγκρουσης ή η αποδοχή της αναγκαιότητάς της αλλά η αποφυγή της, η αμφισβήτηση της αναγκαιότητάς της. Η αποδοχή δηλαδή της προτεραιότητας της δικαιοσύνης.
Η επιδίωξη λοιπόν του εθνικού συμφέροντος οφείλει να ακολουθεί και όχι να προηγείται του αιτήματος δικαιοσύνης, της διαφύλαξης επί του προκειμένου των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας. Οι πρακτικές συνέπειες της πολιτικής των κλειστών συνόρων ίσως δεν γίνονται παρά μόνο μακροπρόθεσμα φανερές.
Αλλες όμως γίνονται εξαρχής εμφανείς στην ανακλαστική συσπείρωση των πολιτών γύρω από τη μόνη ιδέα που μπορεί να καταστήσει ανεκτή μια απάνθρωπη πράξη: τον εθνικισμό. Και εδώ το αίτημα δικαιοσύνης παραβιάζεται ακόμη μια φορά, και βαθύτερα. Διότι η δικαιοσύνη, σε αυτό το επίπεδο, διαφυλάττεται μόνο όταν ο πολίτης σκέφτεται πρωτίστως καθολικά, ως πολίτης του κόσμου, και δευτερευόντως ιδιαίτερα, ως πολίτης ενός έθνους. Μόνο όταν σκεφτόμαστε καθολικά δεν θα αδικήσουμε κανένα έθνος και όταν δεν αδικούμε κανένα έθνος μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν αδικούμε και το δικό μας.
Η Ιστορία, αν μη τι άλλο, το έχει δείξει πάμπολλες φορές: τα έθνη που στην προσπάθειά τους να μην αδικήσουν τα συμφέροντά τους αδίκησαν τους γείτονές τους, στο τέλος αδικήθηκαν τα ίδια. Αυτή είναι μια πρόταση που μας σαστίζει και που χρειάζεται να την αναστοχαστούμε: ο πατριωτισμός οφείλει να έπεται, και όχι να προηγείται. Διότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος συγκράτησής του απ’ την εγγενή του τάση προς τον εκφυλισμό του εθνικισμού. Η Ιστορία δεν έχει να δείξει κάποιον άλλον.
Ο ρεαλισμός όμως δεν μπορεί παρά να επαναλαμβάνει μονότονα: η επιδίωξη του συμφέροντος είναι η μόνη πραγματικότητα, η αποδοχή της συγκρουσιακής της φύσης είναι η μόνη ρεαλιστική πολιτική. Γιατί, για να είμαστε δίκαιοι, και γι’ αυτόν η Ιστορία δεν έχει δείξει κάτι άλλο, απ’ τον καιρό του Θουκυδίδη ακόμα. Αυτό όμως που μας λέει ο Αθηναίος ιστορικός είναι το ακριβώς αντίθετο: η ιστορία του αφηγείται την ανεξέλεγκτη πορεία μιας υπερδύναμης, που κινήθηκε με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον της ενάντια στις θεμελιώδεις αρχές της, τη δημοκρατία και τον έλλογο έλεγχο, προς την καταστροφή.
Θα περίμενε κανείς ότι αυτό είναι κάτι που ένα κόμμα της Αριστεράς το γνωρίζει.
*Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο
