ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Διονύσης Χαριτόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Oι δύο βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ένοπλου αγώνα στην ύπαιθρο είναι ο «φίλιος πληθυσμός» και το «βάθος πεδίου», δηλαδή η ευνοϊκή μορφολογία του εδάφους.

O φιλικά διακείμενος πληθυσμός, κατάλληλα οργανωμένος, θα εξασφαλίσει στους αντάρτες τροφοδοσία, πληροφορίες και μαχητές, για να αισθάνονται «σαν τα ψάρια στο νερό», κατά τη διατύπωση του Mάο Tσε Τουνγκ.

Oι εδαφικές πτυχές θα τους δώσουν τη δυνατότητα να αναδιπλώνονται, όποτε χρειάζεται, σε κάποια κρησφύγετα, απρόσβλητα, κατά το δυνατόν, από δυνάμεις τακτικού στρατού.

Iδανικό «βάθος πεδίου» υπήρξε για τους Bιετκόνγκ η αχανής ζούγκλα, όπου χάνονταν τα ίχνη τους, και οι μη εξοικειωμένοι Αμερικανοί στρατιώτες χάνονταν οι ίδιοι.

Kάτι ανάλογο πρόσφεραν στους Ελληνες αντάρτες, κατά τη γερμανική κατοχή, οι μεγάλοι ορεινοί όγκοι της Μακεδονίας και η ραχοκοκαλιά της Πίνδου, που διατρέχει τη χώρα για να καταλήξει στα απρόσιτα βουνά της Pούμελης.

Ομως ζωτικό ρόλο στο ελληνικό αντάρτικο είχαν, εκτός των αφοσιωμένων χωρικών, και κάποιοι, άγνωστοι στους πολλούς, μυστικοί «σύνδεσμοι» που ζούσαν στις κατεχόμενες πόλεις και ήσαν τα μάτια και τα αυτιά της Αντίστασης.

Αυτοί οι αφανείς ήρωες ρίσκαραν καθημερινά τη ζωή τους. Κάτω απ’ τη μύτη των κατακτητών, παρακολουθούσαν και κατέγραφαν στρατιωτικές κινήσεις, τρένα, στρατόπεδα, συγκέντρωναν τρόφιμα, όπλα και εφόδια για τους πολεμιστές του βουνού.

Αν το αντάρτικο δεν έστεκε δίχως τους χωρικούς, δίχως τους συνδέσμους δεν θα ήταν τόσο αποτελεσματικό.

Εκατοντάδες απλοί άνθρωποι μπαινόβγαιναν στις κατεχόμενες πόλεις και όργωναν τα βουνά, μεταφέροντας πολύτιμες πληροφορίες και είδη πρώτης ανάγκης στους ένοπλους μαχητές.

Εχουν γραφτεί δεκάδες τραγούδια για τους αντάρτες, και προσωπικά για τον Αρη, γνωστά και χιλιοτραγουδισμένα. Αλλά υπάρχει και το λιγότερο γνωστό «Τραγούδι του συνδέσμου»:

«Σε γέλασα κι απόψε, Γερμανέ,

και τα κρυφά σου έχω διαβεί καρτέρια.

Σφυρώντας τώρα κάποιον αμανέ,

τραβάω ψηλά, στ’ αντάρτικα λημέρια».

Ενας τολμηρός σύνδεσμος στην Αττικοβοιωτία με το ψευδώνυμο Οθωνας φροντίζει με κάθε τρόπο τους αντάρτες, κουβαλώντας τρόφιμα και εφόδια από τις κατεχόμενες περιοχές. Μια μέρα εμφανίζεται σέρνοντας ένα άλογο με ογκώδες φορτίο τυλιγμένο σε μουσαμά. Οταν τραβάει τον μουσαμά, μένουν όλοι με το στόμα ανοιχτό: περιέχει ένα μικρό αντιαεροπορικό πολυβόλο. O ορεσίβιος Θεοχάρης των Καραλιβαναίων, ένα στοιχειό του δάσους που είχε εξελιχθεί σε καπετάνιο τάγματος, το πιάνει, το πασπατεύει όλο χαρά και ξαφνικά γυρνάει στον σύνδεσμο συγκινημένος:

«Αϊ, ρε σκ’λί, δεν έχου κλάψ’ στη ζωή μου, και μια μέρα θα κλάψου που θα μάθου οι Γερμανοί κριμάσαν τουν Οθουνα σ’ έναν πεύκο».

Κι έτσι έγινε.