Οι πρόσφατες εκδηλώσεις στον εσωτερικό χώρο της Αγίας Σοφίας καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο του μνημείου προσβάλλουν για ακόμα μια φορά τη Σύμβαση Παγκόσμιας Κληρονομιάς.
Η Σύμβαση προβλέπει ένα μοναδικό νομικό πλαίσιο με δημόσιο και συλλογικό χαρακτήρα, θεμελιωμένο στην ιδέα ότι ορισμένα μνημεία της φύσης και του πολιτισμού έχουν εξαιρετική οικουμενική αξία και πρέπει να προστατεύονται ως μέρος της κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας.
Η Σύμβαση βασίζεται στη διαγενεακή αρχή: τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι έχουν την υποχρέωση να προστατεύουν τα μνημεία αυτά για να τα μεταβιβάσουν στις επόμενες γενιές. Τα κράτη αποδέχονται επίσης ότι η διάσωση της παγκόσμιας κληρονομιάς είναι καθήκον της διεθνούς κοινότητας χωρίς αυτό να σημαίνει διακύβευση της εθνικής κυριαρχίας τους.
Η έννοια «εξαιρετική οικουμενική αξία» έχει διασαφηνιστεί με τη θέσπιση κριτηρίων και άλλων παραμέτρων (αυθεντικότητα, ακεραιότητα) που πρέπει να πληρούν τα παγκόσμια μνημεία.
Οπως είναι γνωστό, η Αγία Σοφία συμπεριλαμβάνεται στις ιστορικές ζώνες της Κωνσταντινούπολης που έχουν εγγραφεί στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς το έτος 1985. Σύμφωνα με τα κριτήρια της εν λόγω κήρυξης, η Αγία Σοφία αναγνωρίζεται ως μοναδικό έργο τέχνης της βυζαντινής περιόδου, με επιρροές σε αρκετούς μεταγενέστερους ορθόδοξους ναούς, σε οθωμανικά τζαμιά, στην ανατολική και τη δυτική τέχνη.
Η πρόθεση της Τουρκίας για μετατροπή της Αγίας Σοφίας (μουσείο από το 1935) σε τζαμί δεν συνάδει με το αιτιολογικό της κήρυξης, προσβάλλει την έννοια «εξαιρετική οικουμενική αξία» και αλλοιώνει την αυθεντικότητα του μνημείου ως προς τις άυλες αξίες, τη χρήση και τη λειτουργία του.
Ο περιβάλλων χώρος ενός μνημείου θεωρείται αναπόσπαστο μέρος του που σηματοδοτεί έναν ιδιαίτερο πολιτισμό ή ένα ιστορικό γεγονός. Επομένως η χρήση του χώρου αυτού για διαφορετικούς σκοπούς υποβαθμίζει την ακεραιότητα του μνημείου.
Η διακυβερνητική Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς, κυρίαρχο όργανο για την εφαρμογή της Σύμβασης, δεν καταρτίζει μόνο τον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, αλλά παρακολουθεί και την κατάσταση διατήρησης των παγκόσμιων μνημείων, διατυπώνει συστάσεις και λαμβάνει μέτρα σε περίπτωση που απειλείται η εξέχουσα οικουμενική αξία τους.
Εχουν απορριφθεί χρήσεις που αντίκεινται στο αιτιολογικό της κήρυξης μνημείων, όπως στην περίπτωση του Αουσβιτς, έχουν αποτραπεί αναπτυξιακά έργα, όπως στον περιβάλλοντα χώρο του καθεδρικού ναού της Κολονίας, στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών, στο εθνικό πάρκο Σότσι στη Ρωσία, έχουν διαγραφεί από τον κατάλογο μνημεία που έχουν απολέσει την οικουμενική αξίας τους (το πολιτιστικό τοπίο της κοιλάδας του Ελβα, το καταφύγιο της αραβικής αντιλόπης στο Ομάν).
Σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες που οφείλουν να εφαρμόζουν τα συμβαλλόμενα μέρη (παρ. 166, 167), όταν ένα κράτος επιθυμεί να αλλάξει την ονομασία ενός παγκόσμιου μνημείου πρέπει να υποβάλει σχετικό αίτημα στην Επιτροπή γιατί δεν έχει τη δικαιοδοσία να αποφασίσει μόνο του. Επίσης η αλλαγή της χρήσης ενός μνημείου συνεπάγεται και την τροποποίηση των κριτηρίων βάσει των οποίων έχει αναδειχθεί σε παγκόσμιο μνημείο. Αυτό σημαίνει την αυτόματη ακύρωση της κήρυξης και την υποβολή νέας υποψηφιότητας από το ενδιαφερόμενο κράτος.
Θεωρείται σκόπιμο η χώρα μας να ενημερώσει για το όλο θέμα τα 21 μέλη της Επιτροπής (η Κίνα έχει αναλάβει την προεδρία για το έτος 2020) και να ζητήσει τη λήψη μέτρων για την αποφυγή μελλοντικών ενεργειών που απειλούν την εξαιρετική οικουμενική αξία της Αγίας Σοφίας και το κύρος της Σύμβασης.
Οπως αναφέρεται στο προοίμιο της Σύμβασης, η φθορά ή η εξαφάνιση οποιουδήποτε στοιχείου ενός μνημείου μιας χώρας πληγώνει την κληρονομιά όλης της ανθρωπότητας.
* Αρχαιολόγος, πρ. αντιπρόεδρος της Επιτροπής Παγκόσμιας Κληρονομιάς
