Η θεσπισμένη κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ελεύθερων επαγγελματιών κατά τη διάρκεια του lockdown με τη μορφή «ανταποδοτικών κουπονιών» (vouchers) και η συνακόλουθη απόσυρση της σχετικής ρύθμισης κατόπιν των καθόλα εύλογων διαμαρτυριών των ίδιων των επιστημόνων, της κοινωνίας των πολιτών, μικρού μέρους του τύπου και της -έστω και αρκετά καθυστερημένης- ανάδειξης του ζητήματος από τα αντιπολιτευόμενα πολιτικά κόμματα του Κοινοβουλίου ενέχει μια διάσταση που υπερβαίνει κατά πολύ σε σημασία την τραγική ποιότητα των παρεχόμενων προγραμμάτων («σκοιλ ελικικου»).
Σε αντίθεση με την οδό που ακολουθήθηκε για την αποζημίωση των 800 ευρώ σε άλλους κλάδους που υποχρεώθηκαν σε αναστολή των οικονομικών-επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, στην περίπτωση των ελεύθερων επαγγελματιών-επιστημόνων (λ.χ. δικηγόρων, μηχανικών, ιατρών) επιλέχθηκε η υπό όρους χορήγηση (μειωμένης κατά 200 ευρώ μάλιστα) αποζημίωσης, ως αντιπαροχή για την επιτυχή παρακολούθηση προγραμμάτων τηλεκατάρτισης 100 ωρών.
Πέραν του πρόδηλου στοιχείου της άνισης μεταχείρισης των προσώπων ενώπιον της αναστολής της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, υφίσταται ένα μείζον ερμηνευτικό ζήτημα όσον αφορά στη ratio της καταβολής αποζημίωσης, δηλαδή εάν ο αποκλειστικός δικαιολογητικός λόγος ήταν να αποζημιωθεί το πληττόμενο πρόσωπο για την εξαναγκασμένη μη παροχή εργασίας, άρα για την εξαναγκασμένη (με όρους κρατικού καταναγκασμού) μη απόληψη εισοδήματος, ή εάν η καταβολή της σχετικής αποζημίωσης άπτεται, εμμέσως πλην σαφώς, και της προστασίας της δημόσιας υγείας.
Η καταβολή αποζημίωσης, με ή χωρίς προϋποθέσεις κατά αυθαίρετη διάκριση των πληττόμενων προσώπων, θεσπίστηκε για την άμεση αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας, δηλαδή ενόψει της αναγκαίας αναστολής των οικονομικών-επαγγελματικών δραστηριοτήτων που επέβαλε η υγειονομική κατάσταση ανάγκης. Συνεπώς, πρόκειται για μια πολιτική επιλογή, η οποία εκκινεί μεν από την υποχρέωση της Πολιτείας να διασφαλίσει την αξιοπρεπή διαβίωση των πληττόμενων από την προσωρινή παύση της οικονομικής τους δραστηριότητας.
Έχει δε και μια έντονη διάσταση αποζημίωσης των πολιτών για την εκπλήρωση του χρέους κοινωνικής αλληλεγγύης στην παρούσα συγκυρία, δηλαδή την απρόσκοπτη τήρηση των μέτρων κοινωνικής (και, κατά συνέπεια για μεγάλο αριθμό συνανθρώπων μας, επαγγελματικής) αποστασιοποίησης με στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας ως συλλογικού δικαιώματος-γενικού συμφέροντος.
Αν λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την -αχρείαστα βερμπαλιστική και επιτελεστικά σμιτιανή- τοποθέτηση του Πρωθυπουργού της χώρας ότι «έχουμε πόλεμο απέναντι σε έναν αόρατο εχθρό», η αντιμετώπιση του κορονοϊού δεν είναι μόνο ζήτημα του (ηρωικού) ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού της χώρας, των (καθόλα άξιων) επιστημόνων στο μεταίχμιο τεχνοκρατίας και πολιτικής, αλλά και του καθενός από εμάς ως «στρατιώτη» για λογαριασμό του εαυτού μας και των συνανθρώπων μας.
Αν είναι έτσι, όμως, η καταβολή της οιονεί πολεμικής αποζημίωσης στον κοινό αγώνα απέναντι στην πανδημία θα έπρεπε να είναι απροϋπόθετη, καθώς ο σκοπός της θέσπισής της δεν είναι άλλος από τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας με όρους προσωπικής ευθύνης και κοινωνικής αλληλεγγύης.
Η εξάρτηση, λοιπόν, της καταβολής αποζημίωσης από την παρακολούθηση προγραμμάτων τηλεκατάρτισης εγείρει τρεις σοβαρούς προβληματισμούς για την αληθή διάσταση της υγείας ως ατομικού και συλλογικού δικαιώματος, καθώς και για το ρόλο του κοινωνικού κράτους σε εποχές ηγεμονίας της νεοφιλελεύθερης βιοπολιτικής:
Πρώτον, η (προβληματική) αναγωγή της δημόσιας υγείας σε απόλυτη προτεραιότητα από τον κρατικό Λεβιάθαν μοιάζει να κλονίζεται, καθώς η αποζημίωση εκατοντάδων χιλιάδων πληττόμενων προσώπων-υπόχρεων να τηρήσουν το μέτρο της κοινωνικής-επαγγελματικής αποστασιοποίησης δεν λειτουργεί χάριν της υγείας ως ατομικού δικαιώματος, δημόσιου σκοπού και κοινωνικής αποστολής του Κράτους.
Αντιθέτως, συνδέεται με έναν παντελώς άσχετο (ως προς την αναγκαία πρακτική εναρμόνιση μεταξύ επαγγελματικής ελευθερίας-βιοτικής αυτοτέλειας και δημόσιας υγείας) στόχο δημόσιας πολιτικής, ήτοι τη συμμετοχή των προσώπων στην κοινωνία της πληροφορίας, η οποία μάλιστα παρέχεται από φορείς επιεικώς αμφίβολης επιστημονικής επάρκειας.
Δεύτερον, η έγκαιρη και απροϋπόθετη καταβολή της αποζημίωσης ήταν για πολλές χιλιάδες ανθρώπους-μέλη του επιστημονικού πρεκαριάτου της χώρας (ιδιαίτερα της νέας γενιάς) αναγκαία υλική συνθήκη για τη διασφάλιση της ουσιώδους, συνταγματικά και υπερεθνικά κατοχυρωμένης, όψης της ανθρώπινης ζωής, της αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Συνεπώς, η πρόβλεψη όρων για τη λήψη της αποζημίωσης και η καθυστερημένη καταβολή της έστελνε τους «στρατιώτες» στην καθημερινή μάχη απέναντι στον ιό («μένουμε σπίτι») χωρίς τα όπλα που πρέπει να έχει στη διάθεσή του κάθε αυτόνομο πρόσωπο, δηλαδή την στοιχειώδη καταπολέμηση του άγχους επιβίωσης την ώρα της μάχης και την ύπαρξη ενός συλλογικά διαμορφωμένου σχεδίου για τη διαχείριση των βιοτικών κινδύνων της επόμενης μέρας.
Υπό το παραπάνω πρίσμα, η -υπό όρους και εκ των υστέρων- καταβολή (μειωμένης) αποζημίωσης εγείρει ζητήματα συμβατότητας με τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, όσον αφορά στο δικαίωμα στην υγεία και την κοινωνική ασφάλεια, όπως προβάλλεται σε σχετική συλλογική προσφυγή που κατέθεσαν 53 Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Τρίτον, η υπό προϋποθέσεις καταβολή επιδοματικής παροχής δείχνει ότι η πανδημία όχι μόνο δεν έφερε στο διεθνές προσκήνιο το κεϋνσιανό παρεμβατικό κράτος, αλλά μάλλον εντείνει την προληπτική και κατασταλτική άσκηση βιοπολιτικής εκ μέρους ενός κράτους παρεμβατικού υπέρ των προνομίων των λίγων και απορρυθμισμένου κατά την κάλυψη των βασικών ανθρώπινων αναγκών, ιδίως των πιο ευάλωτων μελών του κοινωνικού συνόλου.
Το κράτος βιοπολιτικής ασφάλειας, το οποίο υπήρχε ήδη ως θεσμικό μοντέλο και εμβαθύνεται ως μετα-δημοκρατική τάση εν μέσω πανδημίας, είναι ένα κράτος κοινωνικής ανασφάλειας, στο οποίο η κοινωνική πολιτική διαρκώς συμπιέζεται και εδράζεται στην άκρως πατερναλιστική διάκριση ανάμεσα σε «άξιους επωφελούμενους χρήστες» και σε «ανάξιους φτωχούς».
Έτσι, όσοι δεν αποδεικνύουν διαρκώς το ακμαίο workfare τους, δηλαδή την αδιάκοπη διάθεσή τους να αποκτούν δεξιότητες (ακόμα και μέσα από σκανδαλώδη προγράμματα ψευτοκατάρτισης) και να συλλέγουν πιστοποιητικά παρακολούθησης από κάθε λογής δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, δεν λαμβάνουν το παραμικρό μερίδιο από τη συνολικά παραγόμενη ευημερία, ούτε καν αποζημιώνονται για να συστρατευτούν στον κοινό αγώνα κατά της πανδημίας.
Συνεπώς, στη νεοφιλελεύθερη οπτική του κοινωνικού κράτους, δικαιούχος της επιδοματικής-αποζημιωτικής παροχής δεν είναι ο άνθρωπος ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, ο πολίτης ή το πληττόμενο πρόσωπο, αλλά ο «ενάρετος» και «υπεύθυνος» homo economicus, ο οποίος «πειθαρχεί» με σκυμμένο το κεφάλι στην «ηθική του χρέους», δηλαδή αισθάνεται υποχρεωμένος («ένοχος») να εκπληρώνει ακόμα και μια -παντελώς ασύνδετη με το σκοπό της θέσπισής της- οφειλή, προκειμένου να αποδείξει ότι «αξίζει» να λάβει την αρωγή του κράτους-ποιμένα.
