Πριν από κάποια μάχη ο Κλεομένης Γ’, βασιλιάς της Σπάρτης του 3ου αιώνα π.Χ., επιστράτευσε ορισμένους ηθοποιούς που περνούσαν κοντά από το στρατόπεδό του και, αφού έστησε ένα θέατρο και προκήρυξε διαγωνισμό βάζοντας μάλιστα και κάποιο χρηματικό έπαθλο για τους νικητές, κάθισε μια ολόκληρη μέρα να παρακολουθεί τις παραστάσεις. Οχι βέβαια επειδή διψούσε για θεάματα. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι οι Σπαρτιάτες δεν φημίζονταν για το ενδιαφέρον τους για την τέχνη. Το έκανε απλώς και μόνο για να κάμψει το ηθικό των εχθρών του δημιουργώντας τους την εντύπωση ότι τόσο πολύ υπερείχε αυτών σε στρατιωτικήν ισχύ, ώστε απαξιούσε να ασχοληθεί εις την προετοιμασία της μάχης.
Η εξουσία ανέκαθεν χρησιμοποιούσε τους καλλιτέχνες για να πετυχαίνει τους στόχους της. Το παρατηρούμε αυτό και στην εποχή μας. Εξουσία είναι, θα πεις, ό,τι θέλει κάνει. Δεν θα έπρεπε όμως οι καλλιτέχνες, όταν καλούνται από την εξουσία να τη συνδράμουν, να φροντίζουν ώστε, σε αντάλλαγμα της προσφοράς των, να δεσμευθεί αυτή με πράξεις, όχι με λόγια και ευχολόγια, σε ρυθμίσεις υπέρ της τέχνης, για να μην παρατηρείται το θλιβερό φαινόμενο οι άνθρωποι των τεχνών γενικώς να ζουν αμελητέοι στο περιθώριο της κοινωνίας εκλιπαρώντας για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από το δημιουργικό τους έργο; Οχι ότι σώνει και καλά θα πειστεί η εξουσία για το δίκαιο αίτημα των καλλιτεχνών να αναγνωρισθεί εμπράκτως η προσφορά τους στην κοινωνία, αλλά ελπίζεις πάντα, έστω κατ’ ελάχιστον, μήπως και κοιτάξει πέρα από το στενό συμφέρον της.
Αλλιώς, η εξουσία, όταν κλείνει την πόρτα πίσω της έχοντας κάνει τη δουλειά της, είναι βέβαιον ότι από μόνη της δεν πρόκειται να στέρξει. Χρόνια τώρα η ίδια ιστορία. Στης κουφής την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα.
