ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Αργείτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι πολλές, και χαμηλής αξιοπιστίας, προβλέψεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας έχουν κοινό παρονομαστή τους την αναπόφευκτη ύφεση στην οποία αυτή θα βυθιστεί τα αμέσως επόμενα τρίμηνα εξαιτίας των συνεπειών της διαχείρισης της πανδημίας Covid-19. Πράγματι, οι εξαιρετικά αβέβαιες δημοσιονομικές και μακροοικονομικές εξελίξεις θα κρίνουν το χρονικό βάθος και την έκταση της νέας αναπτυξιακής περιπέτειας της χώρας μας. Ωστόσο, διαφαίνεται πολύ πιθανή μια επιδείνωση της κατάστασης στην αγορά εργασίας. Δομικά χαρακτηριστικά του μοντέλου ανάπτυξης της χώρας προκαλούν εύλογη ανησυχία και προβληματισμό στον κόσμο της εργασίας για τα ενδεχόμενα της μονιμοποίησης των απορρυθμιστικών παρεμβάσεων που έγιναν στο πλαίσιο της διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης και της ενίσχυσης παραβατικών εργοδοτικών πρακτικών και αυθαιρεσιών.

Πέραν του σημαντικού ζητήματος της προστασίας της υγείας των εργαζομένων και των οικογενειών τους, οι διαφαινόμενες εξελίξεις συνθέτουν μια αρνητική προοπτική σε τρία πεδία: α) στον όγκο της απασχόλησης, με πολύ πιθανή την αύξηση της ανεργίας και δεδομένη την αύξηση της υποαπασχόλησης, β) στην ποιότητα της εργασίας, με πιέσεις μείωσης των μισθών και της προστασίας των εργαζομένων από συλλογικές και κλαδικές συμβάσεις εργασίας και γ) στον κατακερματισμό της αγοράς εργασίας, με επιδείνωση των συνθηκών εργασίας των πιο ευάλωτων ομάδων, όπως των χαμηλής ειδίκευσης πλήρους και μερικής απασχόλησης εργαζομένων, εκείνων που εργάζονται με μη τυπικές μορφές απασχόλησης, των νέων, των γυναικών και των αυτοαπασχολούμενων. Γνωρίζουμε, από πολλές πλέον μελέτες, ότι οι επισφαλείς συνθήκες εργασίας συγκαταλέγονται στους πιο σημαντικούς προσδιοριστικούς παράγοντες των φαινομένων των εργαζόμενων φτωχών και της οικονομικής ανισότητας. Πρέπει να αποφευχθεί ο μετασχηματισμός της υγειονομικής κρίσης σε κρίση της απασχόλησης και του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και των οικογενειών τους.

Οι προοπτικές αυτές δείχνουν την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων σε εθνικό και, αν είναι δυνατόν, σε ευρωπαϊκό επίπεδο στην κατεύθυνση της απαραίτητης θεσμικής ενίσχυσης της αγοράς εργασίας. Υπάρχει πλούσια εμπειρία από προηγούμενες οικονομικές υφέσεις και κρίσεις που δείχνει ότι η αποφυγή ενός φαύλου κύκλου ανεργίας-ύφεσης προϋποθέτει αποτελεσματικές παρεμβάσεις. Η προστασία του όγκου και της ποιότητας της απασχόλησης πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα των βασικών προτεραιοτήτων της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής. Η συσχέτιση της κατάστασης της αγοράς εργασίας με τη δημοσιονομική και μακροοικονομική σταθερότητα αλλά και τη δυναμική της οικονομίας είναι καθοριστική για την αποδέσμευση της οικονομικής πολιτικής από νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες.

Στο πλαίσιο των προαναφερόμενων προτεραιοτήτων το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SURE είναι μειωμένων προσδοκιών. Αναμφισβήτητα είναι μια αναγκαία στην παρούσα συγκυρία μορφή εξωτερικής χρηματοδότησης ενός μέρους του εισοδήματος των εργαζομένων στις επιχειρήσεις που θα πληγούν από τις συνέπειες της υγειονομικής κρίσης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί για την ενίσχυση της συνοχής της αγοράς εργασίας και την αποτροπή φαινομένων κατακερματισμού. Επιπλέον, ο τρόπος που θα υλοποιηθεί είναι πιθανό να δημιουργήσει ζητήματα ηθικού κινδύνου ως προς τη συμπεριφορά του επιχειρηματικού τομέα που θα αξιοποιήσει «ευκαιρίες» μείωσης του κόστους εργασίας. Συνεπώς, υπάρχει ανάγκη ουσιαστικών θεσμικών μεσο-μακροχρόνιων παρεμβάσεων. Η υγειονομική κρίση και η ύφεση που θα ακολουθήσει δεν πρέπει να αποτρέψει τη θεσμική ενίσχυση της αγοράς εργασίας. Ενα πρώτο βήμα είναι ο προσδιορισμός του κατώτατου μισθού στο επίπεδο του μισθού διαβίωσης, όπως έχει προταθεί και από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωση για τους μισθωτούς και τις οικογένειές τους. Επίσης, η υπογραφή νέων και η επέκταση εκκρεμών κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας είναι ζωτικής σημασίας για ένα δίχτυ προστασίας με αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Επιπλέον, είναι πολύ σημαντικό να ενισχυθούν τα προγράμματα απασχόλησης με τρόπο που να απορροφήσουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό την αύξηση της ανεργίας συμβάλλοντας άμεσα στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας.

Οι παραπάνω παρεμβάσεις συνδυαστικά μπορούν να δημιουργήσουν εκείνες τις ροές εισοδημάτων που αφενός θα περιορίσουν το υφεσιακό αποτέλεσμα της αρνητικής εξέλιξης των επενδύσεων και των εξαγωγών, αφετέρου θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και το επεκτατικό αποτέλεσμα της κατανάλωσης στην εγχώρια ζήτηση και το ΑΕΠ. Με δεδομένη τη δομή του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, η σταθεροποίηση της απασχόλησης και η ενίσχυση των εισοδημάτων είναι η μόνη εφικτή αντίδραση στο σοκ της προσφοράς και της ζήτησης που έχει προκαλέσει η αναστολή της λειτουργίας σημαντικού μέρους της οικονομίας, αλλά και για την αποφυγή μιας νέας παρατεταμένης περιπέτειας ύφεσης και στασιμότητας.

*Επιστημονικός διευθυντής ΙΝΕ ΓΣΕΕ