ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρήστος Γούλας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η επαγγελματική κατάρτιση έρχεται ξανά στο προσκήνιο της επικαιρότητας κοινωνικά και πολιτικά απαξιωμένη. Με ένα αρνητικό σημασιολογικό φορτίο -λόγω των συσσωρευμένων περιπτώσεων προσφοράς υπηρεσιών χαμηλής ποιότητας και αποτελεσματικότητας- συνεχίζει να αποτελεί σχεδόν αποκλειστικά μέσο απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων και έμμεση μορφή επιδοματικής πολιτικής.

Γι’ αυτό, είναι σημαντικό να υπενθυμίζεται o δύσκολος και σύνθετος ρόλος που καλείται να επιτελέσει. Μέσα στη νέα οικονομική πραγματικότητα της εξελισσόμενης ψηφιοποίησης, των διαρκών αλλαγών στην παραγωγή και την οικονομία, των ριζικών μετασχηματισμών στις δεξιότητες, στις ειδικότητες, στα επαγγέλματα, μέσα σε έναν κόσμο αναδυόμενων κρίσεων και μιας όλο και ενισχυόμενης εργασιακής επισφάλειας, η επαγγελματική κατάρτιση αποτελεί ένα κατ’ εξοχήν σημαντικό πεδίο κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής. Η εξέλιξη των γνώσεων και δεξιοτήτων στο εργατικό δυναμικό συνιστά –αν και όχι τη μοναδική– μία από τις κρίσιμες παραμέτρους για την καταπολέμηση της ανεργίας, την εργασιακή και προσωπική εξέλιξη. Αποτελεί βασική ενισχυτική πολιτική για τον μετασχηματισμό του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, την ενδυνάμωση της εργασίας προς την κατεύθυνση βιώσιμων, καλά αμειβόμενων και πλήρους απασχόλησης θέσεων εργασίας. Παράλληλα, είναι ένα κυρίαρχο μέσο αντιστάθμισης των υφιστάμενων εκπαιδευτικών ανισοτήτων και κοινωνικής συμπερίληψης των πλέον ευάλωτων ομάδων. Μπορεί να αποτελέσει μια πραγματική δεύτερη ευκαιρία.

Η μακροχρόνια έλλειψη προσοχής στη θεσμική ενίσχυση των βασικών λειτουργιών και μηχανισμών της καταλήγει σε φαινόμενα όπως αυτά που πρόσφατα γίναμε μάρτυρές τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εκ των αδυναμιών του θεσμικού πλαισίου είναι η υποβάθμιση της πιστοποίησης, παρακολούθησης και αξιολόγησης των φορέων επαγγελματικής κατάρτισης σε εξαιρετικά χαλαρά κριτήρια. Τα κέντρα κατάρτισης αντιμετωπίζονται και ώς έναν βαθμό παράγονται ως εμπορικές επιχειρήσεις χωρίς πρόσθετες υποχρεώσεις τήρησης συγκεκριμένων επιστημονικών κριτηρίων και εκπαιδευτικών προδιαγραφών. Εστιάζοντας αποκλειστικά σε κτιριολογικά χαρακτηριστικά των «παρόχων» και χωρίς την προϋπόθεση στοιχειώδους ποιοτικού ελέγχου, παρακολούθησης και αξιολόγησής τους, υποστηρίζεται μονοσήμαντα η καθαρή υπαγωγή των σχετικών προγραμμάτων στη λογική αναζήτησης του κέρδους.

Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι η Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Κατάρτιση, ως λειτουργικό τμήμα του πεδίου της μη τυπικής εκπαίδευσης, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποσπαστεί από το σώμα των μεθοδολογικών προδιαγραφών και των προϋποθέσεων που την οριοθετούν (υψηλό προφίλ ανθρώπινου δυναμικού, ικανός σχεδιασμός προγραμμάτων σπουδών και εκπαιδευτικού έργου, επικαιροποιημένα επαγγελματικά περιγράμματα, συνεχής εκπαίδευση των εκπαιδευτών, τήρηση προδιαγραφών ανάπτυξης σύγχρονων και πολυμορφικών εκπαιδευτικών υλικών, τεχνογνωσία στην εφαρμογή της βιωματικής εκπαιδευτικής μεθοδολογίας και της εξ αποστάσεως διαδραστικής εκπαίδευσης, εξειδικευμένη διασύνδεση με την παραγωγική διαδικασία κ.λπ.).

Τα κέντρα κατάρτησης συνιστούν έναν από τους κεντρικούς πυλώνες διασφάλισης της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών και η βελτίωση του συστήματος πιστοποίησης και αξιολόγησής τους αποτελεί αναγκαιότητα κοινωνικής προόδου. Αντίστροφα, η αδιάκριτη δαιμονοποίηση τόσο των φορέων όσο και ευρύτερα του πεδίου της συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης συνιστά μια ιδιαίτερα κοντόφθαλμη αντίδραση και στρατηγική. Ας ελπίσουμε ότι τα τελευταία συμβάντα θα αποτελέσουν την αφορμή για να γίνουν βήματα βελτίωσης και όχι περαιτέρω –θεσμικής και συμβολικής– απονομιμοποίησης του πεδίου.

*Πολιτικός επιστήμων, διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ