ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελένη Καρασαββίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

O αστικός υλικός χώρος αποτελεί ένα πολυδιάστατο πεδίο αλληλεπίδρασης μεταξύ ατόμου και κοινωνικο-πολιτιστικού περιβάλλοντος, αναλαμβάνοντας τον ρόλο μιας ειδικής αναπαράστασης των χαρακτηριστικών, των αντιθέσεων και των περιορισμών που επιβάλλει το πλέγμα των σχέσεων εξουσίας σε έναν συγκεκριμένο «χώρο και χρόνο». Η «φιλοσοφικά» δίκαιη αλλά και πολιτικά χειραγωγημένη π.χ. ανάδειξη της Ακρόπολης σε μέγιστο σύμβολο του Ελληνισμού δεν είναι ανεξάρτητη από την αντίληψη μιας «αποκαθαρμένης» ελληνικότητας που ήρθε μετά το 1821 ως αντιδάνειο του γερμανικού κυρίως ρομαντισμού και του κινήματος του νεοκλασικισμού στο οποίο συνέβαλε ηγεμονικά, ούτε με την προσπάθεια ρύθμισης των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων και τρόπων ζωής.

Ο Χέρτσφελντ ερμηνεύει την κυριαρχία στις ντόπιες ελίτ του (δημιουργημένου από το κράτος, τους Βαυαρούς και τη μεταπρατική αστική τάξη) ελληνικού νεοκλασικισμού ως στρατηγική «αυτοπαρουσίασης» προς τους Δυτικούς (βλ. περιοδικό «Κομπρεσέρ»). Ενώ η Λεοντή (1998), αναφερόμενη στις μετεπαναστατικές προσπάθειες διαχείρισης των πολλαπλών παραμέτρων της εθνικής πολιτισμικής-πολιτικής μας ταυτότητας, σημειώνει: «Οι Ευρωπαίοι άρχισαν να καλλιεργούν στην Ελλάδα αφηγήσεις, μεθόδους, κανόνες συμπεριφοράς, τρόπους έκφρασης και θεσμούς ενός λόγου του Ελληνισμού. Ολα αυτά λειτούργησαν ως πειθαρχικές πρακτικές… συστήματα γνώσης που ρυθμίζουν τη σχέση του ανθρώπου με την κοινωνία και τον χώρο. Στον χώρο των ερειπίων, οι πειθαρχικές πρακτικές του Ελληνισμού άσκησαν την εξουσία τους στα άτομα, ελέγχοντας την πρόσβαση και διαχωρίζοντας τις “ασφαλείς” ιδέες από τους “επικίνδυνους” πληθυσμούς».

Για την Ιστορία, τον Απρίλιο του 1822 ιδρύθηκε ο ελληνικός στρατός με πρώτο αρχιστράτηγο τον Γερμανό φιλέλληνα Κάρολο Νόρμαν και δύο χρόνια αργότερα το κράτος δίκαζε τον μπαρουτοκαπνισμένο Γ. Καραϊσκάκη ως προδότη… Ο Καραϊσκάκης, ως Βελουχιώτης ή Γλέζος της εποχής (αντίληψη που προφανώς θα φρικάρει τους υπέρμαχους της δωσιλογικής κουκούλας), θα επιστρέψει ηγετικά στην πολιορκία της Ακρόπολης στα 1826. Αλλά θα είναι από τα τείχη της που θα διαπραχθεί μία από τις εμβληματικότερες πολιτικές δολοφονίες. Αυτή του επικηρυγμένου από τον Κωλέττη και αφορισμένου από τον επίσκοπο Ιωσήφ Ανδρούτσου, που είχε ιδρύσει δύο σχολεία στην Αθήνα καλώντας τους «τρισκατάρατους» Κοραή και Βάμβα να διδάξουν, δίχως να εισακουστεί. Γεγονότα που συμβολίζουν όλα τα παραπάνω.

Η «ανίερη» πράξη των Γλέζου και Σάντα, ατόμων που ανήκαν στους επικίνδυνους πληθυσμούς, να υποστείλουν τη (μονίμως κυματίζουσα στην Ακρόπολη) σημαία του Ράιχ υπήρξε έτσι πολλαπλά ενοχλητική και οι προσπάθειες αμφισβήτησης ή και ολικής ανατροπής της υπήρξαν (και είναι) εμμονικές. Αφού το πέταμα του ναζιστικού πανιού και η ύψωση της ελληνικής σημαίας από χέρια «ανίερων» συμβόλιζαν την έγερση μιας νέας ελληνικότητας, ικανής να αυτενεργεί μακριά «τους».