Η αντιμετώπιση της πανδημίας έχει τέσσερα σκέλη: πρώτον, το (ιατρικά) εκτελεστικό, που αφορά τη θεραπευτική αντιμετώπιση των πασχόντων· δεύτερον, το (ιατρικά) διαχειριστικό, που σχετίζεται με την υλικο-τεχνική υποδομή και την επάρκεια προσωπικού στο ΕΣΥ· τρίτον, το σκέλος της πολιτικής προστασίας, που περιλαμβάνει τα περιοριστικά μέτρα και τους κανονισμούς για τη μείωση της διασποράς του COVID-19· και τέταρτον, το κοινωνικο-οικονομικό πρόβλημα, που συνδέεται με την αντιμετώπιση των συνεπειών μιας πρωτοφανούς κρίσης.
Αν λάβουμε υπ’ όψιν την έλλειψη ειδικής θεραπείας και εμβολίου, η αντιμετώπιση των αρρώστων στα δημόσια νοσοκομεία είναι περίπου άριστη.
Η επαγγελματική συνέπεια και ο ηρωισμός των υγειονομικών του ΕΣΥ έχουν προς το παρόν καλύψει τις μεγάλες ελλείψεις, αλλά αυτό δεν θα είναι πλέον δυνατόν αν το χάσμα μέσων και αναγκών διευρυνθεί. Η αποτελεσματικότητα των μηχανισμών πολιτικής προστασίας και η στήριξη της κοινωνίας έχουν ακόμα περισσότερες προϋποθέσεις, που υπερβαίνουν σε πολλά σημεία τις πολιτικές που ακολουθεί η σημερινή κυβέρνηση.
Οι γιατροί του ΕΣΥ και η αντιπολίτευση έχουν συγκεκριμενοποιήσει τις ανάγκες σε κλίνες στις ΜΕΘ και τις πρόνοιες για πρόσθετο προσωπικό. Το ίδιο ισχύει και για τα οικονομικά μέτρα που θα πρέπει άμεσα να ληφθούν για να μη φτάσουμε σε μια κατάσταση ακόμα χειρότερη από εκείνη της μνημονιακής περιόδου.
Εκεί που υπάρχει ένα μεγάλο κενό είναι στην αποτύπωση των πραγματικών δεδομένων και στις αντίστοιχες προσαρμογές που πρέπει να γίνονται κάθε φορά στους μηχανισμούς πολιτικής προστασίας.
Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι κατά τη γνώμη μου απαραίτητο:
1. Να αυξηθεί ο αριθμός των πιστοποιημένων εργαστηρίων στα οποία γίνεται η μοριακή ανίχνευση του ιού, αφ’ ενός για να αποσυμφορηθούν τα ήδη υπάρχοντα και αφ’ ετέρου για να διευρυνθεί ο έλεγχος του πληθυσμού.
2. Να δοκιμαστούν εργαστηριακά πρωτόκολλα (από εκείνα που προτείνει ο ΠΟΥ) για να γίνονται οι εξετάσεις με λιγότερο κόστος και χωρίς να έχουμε την ανάγκη αγοράς kits, που αρχίζουν να σπανίζουν λόγω μεγάλης ζήτησης.
3. Να γίνει άμεσα η αλληλούχηση του γονιδιώματος του ιού στο ελληνικό περιβάλλον, για να μάθουμε αν υπάρχουν μεταλλάξεις και να γίνει ο «αόρατος» εχθρός απόλυτα «ορατός».
4. Να ληφθεί ειδική μέριμνα για τις λεγόμενες «κλειστές κοινότητες», από δομές προσφύγων και γηροκομεία έως στρατώνες και φοιτητικές εστίες, για να μην κινδυνεύουμε να εμφανιστούν χιλιάδες κρουσμάτων εν μια νυκτί.
5. Να εξαντλήσουμε την ετοιμότητα και την εφευρετικότητά μας σε ό,τι αφορά την παραγωγή νοσοκομειακού υλικού (εκ των ενόντων) και την έγκαιρη εξασφάλιση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής.
Ο τόπος διαθέτει πολύ, μα πολύ αξιόλογο επιστημονικό προσωπικό και αφοσιωμένους δημόσιους λειτουργούς. Ο ΕΟΔΥ και ο κ. Τσιόδρας θα πρέπει να σταματήσουν να λειτουργούν ως επικοινωνιακά αντηχεία του υπουργείου Υγείας και να εγκύψουν στην επιστημονική εκτίμηση των κινδύνων χωρίς να κάνουν αβάσιμες υποθέσεις με ελλιπή στοιχεία.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει το χρέος να αντιπαλέψει τον ευρωπαϊκό δογματισμό, που επιμένει, ακόμα και τώρα, να περιφρουρεί το Σύμφωνο Σταθερότητας και όχι τη ζωή των πολιτών που δίνουν νόημα στο εγχείρημα της Ενωσης. Και η αντιπολίτευση θα πρέπει να διεκδικήσει έναν de facto πιο ενεργητικό ρόλο τόσο στην αντιμετώπιση της παρούσας κατάστασης όσο και στα της επόμενης μέρας.
Η επανάληψη του προφανούς μπορεί να δημιουργεί (σωστή) πίεση προς την κυβέρνηση, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη τολμηρών και παραγωγικών αντιπροτάσεων. Αυτή είναι η υπεύθυνη στάση που προσιδιάζει στο πρόβλημα και η στάση που θα εκτιμηθεί μετά από την ελληνική κοινωνία.
*Καθηγητής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
