Το συντηρητικό κόμμα της Μέρκελ περνά μια υπαρξιακή κρίση μετά την παραίτηση της Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ. Η παραίτηση έδειξε ότι η συμμαχία με το ακραίο κόμμα AfD δεν έχει στέρεες βάσεις. Η μετά Μέρκελ εποχή φαίνεται δύσκολη για τη Γερμανία. Η χώρα κινδυνεύει να βυθιστεί σε πολιτικό κενό. Μήπως όμως είναι σ’ έναν μεγάλο βαθμό υπεύθυνη και η ίδια η Μέρκελ γι’ αυτή την κατάσταση; Ας προσπαθήσουμε να δούμε όσο γίνεται λοιπόν πιο καθαρά την περίπτωση.
Δύο ήταν τα πολιτικά μοντέλα της Ανγκελα Μέρκελ από την αρχή της πορείας της: ο Κόνραντ Αντενάουερ και ο Χέλμουτ Κολ. Ο πρώτος θα μείνει στην Ιστορία ως ο καγκελάριος της γερμανικής επανίδρυσης και ως ο πατέρας της σύγχρονης Γερμανίας. Ο δεύτερος θα μείνει στην Ιστορία ως ο πατέρας της γερμανικής επανένωσης.
Τι μπόρεσε να μάθει από τους δύο μέντορές της η Mέρκελ; Ισως πολλά σε θέματα πολιτικής στρατηγικής. Ομως δεν μπόρεσε να μάθει κι από τους δύο το πιο ουσιαστικό μάθημα που θα ’πρεπε να πάρει. Ποιο ήταν αυτό; Ηταν το ότι η τελευταία, η τέταρτη κατά σειρά επανεκλογή είναι συνήθως πλεονεξία, είναι αυτή της υπερβολής, αυτή της πτώσης, τουλάχιστον σε δημοκρατικές χώρες.
Αν και η ίδια βραβεύτηκε ως η πιο δυνατή γυναίκα του κόσμου, η γυναίκα με τη μεγαλύτερη εξουσία, εντούτοις, παρά το στρατηγικό της ταλέντο και την πολιτική της ωριμότητα και αρκετές φορές σοφία, δεν σταμάτησε να κατρακυλά καθημερινά, όχι μόνο στις δημοσκοπήσεις αλλά και στην εκτίμηση των συμπατριωτών της, όπως και των άλλοτε ισχυρών συμμάχων της. Γιατί; Δεν έχει μείνει κάτι από την ώς τώρα δράση της που να την προστατεύει από την πολιτική φθορά; Δεν κατάφερε να περάσει την πόρτα της Ιστορίας και να έχει βρει μια σπουδαία θέση; Μάλλον όχι, απ’ ό,τι φαίνεται.
Αλλωστε και η ίδια δεν βοήθησε σ’ αυτό με τη συνεχή τα τελευταία χρόνια αναποφασιστικότητά της. Βρέθηκε στο πολιτικό της ξεκίνημα σε τυχερή πλεονεκτική θέση λόγω των φιλελευθέρων μεταρρυθμίσεων που είχε κάνει ο Γκέρχαρντ Σρέντερ. Περπάτησε τον δρόμο της οικονομικής άνθησης που έδωσαν στη χώρα της αυτά τα μέτρα. Κι όμως στις μέρες της η γερμανική οικονομία έχει αρχίσει να πνέει τα λοίσθια. Η κρίση του ευρώ έγινε η αιτία αλλά και η αφορμή για επιστροφή του «γερμανικού εγωισμού».
Το ευρωπαϊκό της όραμα, περιορισμένο σε μια φορολογική πολιτική σκληρού και κακού λογιστή, έγινε συνώνυμο της χρηματοπιστωτικής αυστηρότητας. Για τους Γερμανούς αλλά και για τους Ευρωπαίους θα μείνει ως η καγκελάριος με ανοιχτή την πόρτα στα μεταναστευτικά κύματα, το απρογραμμάτιστο των οποίων προκάλεσε κοινωνική ταραχή και το εκμεταλλεύτηκε η άκρα Δεξιά για την επιστροφή της στη γερμανική Βουλή, με ό,τι αρνητικό και δυσάρεστο σημαίνει αυτό για τη Δημοκρατία.
Η αποδυνάμωση της γερμανικής Δημοκρατίας, η οποία ήθελε να ’ναι παράδειγμα για τις άλλες χώρες, μετέτρεψε τη χώρα της σε κράτος στείρο που κάνει μικροοικονομική μικροπολιτική κι έχει μεταμορφώσει την καγκελάριό της σε καρδινάλιο.
Οταν η Mέρκελ είχε έρθει να μιλήσει στο Παρίσι στο Πανεπιστήμιο Sciences Po, ο Γάλλος πρόεδρος Eμανουέλ Μακρόν ήταν ακόμη φοιτητής εκεί. Γοητεύτηκε αυτός από το ούτε Δεξιά ούτε Αριστερά που διαλαλούσε τότε πολιτικά η σημερινή καγκελάριος της Γερμανίας. Και μάλιστα υιοθέτησε κι ο ίδιος αυτή την πολιτική λογική. Συχνά η Mέρκελ έλεγε άλλωστε ότι θα μπορούσε να ’ταν και με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.
Κατά τύχη, τόνιζε, βρέθηκε με το συντηρητικό κόμμα. Ηταν την εποχή της επανένωσης και τα γεγονότα τη βοήθησαν στην πολιτική της σταδιοδρομία. Πήρε μάλιστα πολλές ιδέες από τους σοσιαλδημοκράτες έτσι ώστε ν’ αποδυναμωθεί η Αριστερά, με την οποία λόγω του ανατολικογερμανικού της παρελθόντος ήταν σε πολεμική διαμάχη.
Οι υποστηρικτές της υμνούν τον ρεαλισμό της, ενώ οι αντίπαλοί της καταγγέλλουν την πολιτική της ακινησία. Από τις τέσσερις θητείες της, τις τρεις τις διήνυσε ως επικεφαλής μιας μεγάλης συμμαχίας με τους σοσιαλδημοκράτες. Ετσι δεν επέτρεψε καμία εκ των πραγμάτων εναλλακτική λύση.
Η Mέρκελ υπερηφανεύεται να διακηρύσσει ότι δεν έχει «μεγάλες ιδέες» ούτε «οράματα έπαρσης». Είναι το αντίθετο των Γάλλων και του Μακρόν. Δεν θα ’πρεπε να παγιδευτούν και οι άλλες χώρες στη λογική και το παράδειγμα της πολιτικής αδράνειας και απραξίας της.
* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης, ποιητής, εικαστικός
