ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόριος Ζ. Πεπόνης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο λόγος, για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος στην «υπόθεση NOVARTIS» και την εντόνως θορυβώδη δημοσία εμπλοκή που ανέκυψε, με αφορμή την κλήτευσή τους στην ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή του νόμου περί ευθύνης υπουργών, οι εργασίες της οποίας ευρίσκονται εν εξελίξει.

Και ναι μεν υποστηρίζεται και προβάλλεται ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να υπεισέλθουν, αδιακρίτως, πολιτικές σκοπιμότητες και πολιτικά κριτήρια, οσάκις βουλευτές κομμάτων καλούνται συγκυριακώς να επιτελέσουν και Εισαγγελικά καθήκοντα, πλην όμως και αν αυτό ήθελε συμβεί, οι εφαρμοζόμενες και στις περιπτώσεις αυτές δικονομικές διατάξεις δεν υπακούουν παρά μόνο σε νομικά κριτήρια.

Ετσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση και με αποκλειστικώς νομική προσέγγιση των σχετικών προνοιών του νόμου, η ειδική προανακριτική επιτροπή της Βουλής δικαιούται να εξετάσει τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος, η εξέταση όμως για να είναι σύννομη δεν ημπορεί παρά να γίνει κατά τις διαγορεύσεις της Υ.Α. 429|2018, με πρωταρχικό και βασικό μέλημα τη μη διακινδύνευση αποκάλυψης της ταυτότητας αυτών.

Το «δεν θα θέσουν οι μάρτυρες τους όρους εξετάσεώς τους», που φέρεται, κατά την ειδησεογραφική επικαιρότητα, ως δηλούμενο, πάσχει και νομικώς δεν είναι απολύτως ορθό.

Αντιθέτως, νομικώς βέβαιον είναι ότι δεν δύναται να θέσει ο εξετάζων (πλην του δικαστηρίου) τους διαδικαστικούς όρους εξέτασης προστατευομένου μάρτυρος δημοσίου συμφέροντος.

Κατά το άρθρο 7 της Υ.Α. 429|2018, υπό τον τίτλο «Διαδικασία παραπόνων – αντιρρήσεων» το ενταγμένο σε πρόγραμμα προστασίας πρόσωπο, για οποιοδήποτε παράπονο ή αντίρρηση έχει σχετικά με το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα, υποχρεούται να απευθύνεται αποκλειστικά στον αρμόδιο εισαγγελέα, προς διασφάλιση της μυστικότητας των ενεργειών, ο οποίος θα κρίνει και θα αποφασίζει επ’ αυτών.

Εχει συνεπώς αναγνωριζόμενο υπό του νόμου δικαίωμα να έχει άποψη ο προστατευόμενος μάρτυς που καλείται, όπως εν προκειμένω, να εξετασθεί ως μάρτυς ενώπιον κάποιας Αρχής, εφ’ όσον ο τρόπος της εξέτασής του σχετίζεται και άπτεται άμεσα προς το πρόγραμμα προστασίας υπό το οποίο διατελεί.

Σημειώνεται ότι ως πρόγραμμα προστασίας νοείται η λήψη μέτρων προστασίας, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 9 του Ν. 2928/2001, ενώ στα μέτρα αυτά συγκαταλέγεται και η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσης της κατάθεσης.

Βεβαίως και δεν προσφέρεται για νομική ανάλυση το παρόν άρθρο. Κατά κοινή πάντως παραδοχή CONDICIO SINE QUA NON της δικονομικής νομιμότητας συνιστά η αρμοδιότητα του εκάστοτε ενεργούντος και στο ζήτημα για το οποίο γίνεται λόγος, τελικώς, αρμόδια να κρίνει και να αποφασίσει είναι η Εισαγγελία Διαφθοράς, όπως αυτή συγκροτείται και δομείται σύμφωνα με τον νόμο.

Ουδείς αμφισβητεί ότι νομικώς η ειδική προανακριτική επιτροπή της Βουλής εκτελεί χρέη εισαγγελέως Πρωτοδικών.

Δεν μπορεί, όμως, στο δικονομικό μας σύστημα ένας εισαγγελέας Πρωτοδικών να ασκήσει καθήκοντα και αρμοδιότητες Εισαγγελίας Αρείου Πάγου (επόπτης Εισαγγελέως Διαφθοράς) και Εισαγγελίας Εφετών (Εισαγγελέας Διαφθοράς).

Η ομαλή περαιτέρω εξέλιξη της όλης διαδικασίας συνιστά μονοδρομικής φύσεως θεσμική αναγκαιότητα. Και αυτό το εγγυάται μόνο η τήρηση της δικονομικής νομιμότητας.

Σε κάθε περίπτωση, δεν δύναται να αμφισβητούνται, έστω εμμέσως και ακουσίως, η συντεταγμένη Δικαιοσύνη και οι ισόβιοι δικαστικοί λειτουργοί.

* αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου ε.τ.