«Η Ιστορία δεν πράττει τίποτε, δεν διαθέτει κάποιον απερίγραπτο πλούτο δυνατοτήτων, δεν μάχεται αγώνες. Αντίθετα, ο άνθρωπος είναι εκείνος που ενεργεί, που έχει όλες τις δυνατότητες, που αγωνίζεται» (Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς)
Tην περασμένη Τρίτη έλαβε χώρα μία ακόμα απεργιακή κινητοποίηση. Έχουν έρθει έτσι τα πράγματα που τα τελευταία χρόνια στο δημόσιο λόγο οι περισσότερες αναφορές που γίνονται για τις απεργίες, μάλλον είναι από επικριτικές έως ευρισκόμενες στα «βάρβαρα» πεδία της συνειδητής υποβάθμισης. Είναι ένα θέμα ταμπού, γιατί πολύ απλά απεργία σημαίνει ρήξη και σύγκρουση ανάμεσα σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Ψάχνουμε κάθε φορά να βρούμε πού ανήκει ο καθένας για να κατανοήσουμε τη στάση του. Ακόμα και ένα κείμενο σαν αυτό, που επιχειρεί να ψηλαφίσει το απεργιακό φαινόμενο, μπορεί να μοιάζει σε κάποιους παράταιρο ή ακόμα και μη μοντέρνο…
Κάθε απεργία δίνει αφενός τη δυνατότητα να γίνουν γνωστές στο ευρύ κοινό διάφορες προθέσεις, είτε κυβερνητικές, είτε εργοδοτικές, που θα λάβουν (ή έχουν λάβει ήδη) το δεσμευτικό χαρακτήρα μίας θεσμικής επικύρωσης. Και αφετέρου να διεκδικηθούν δικαιώματα που τείνουν να καταργηθούν (όπως συμβαίνει κατακόρον στην εποχή μας) ή να καταστούν σύντομα «κατακτημένη πραγματικότητα». Η απεργία είναι μία μορφή αγώνα που αποτελεί συνάμα πέρασμα από την ατομική επιθυμία και το συναίσθημα στη μαζική και συλλογική δράση.
Ενδεχομένως, θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή και ως μορφή αυτενέργειας, αλλά αυτό όσον αφορά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εφαρμοσμένης πρακτικής χωράει μεγάλη συζήτηση. Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που είναι μέσα στα πράγματα και κρίνουν πως οι απεργίες στον ελλαδικό χώρο τα τελευταία χρόνια γίνονται κυρίως για «να βγάλουν το χρέος από πάνω τους» κάποιοι, είτε για να συσπειρώσουν τους δικούς τους κάποιοι άλλοι. Οι απεργίες που έλαβαν χώρα στα κρίσιμα μνημονιακά χρόνια δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν και πολλά πράγματα, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα της απεργίας, αλλά του πώς γίνεται, από ποιους μανιπουλάρεται και ποια όρια έχουν προκαθοριστεί…
Δεν θα μιλήσουμε για την απεργία πολιτικά. Γιατί αλλιώς τη βλέπει ένας αναρχοσυνδικαλιστής, αλλιώς ένας κομμουνιστής, αλλιώς ένας αριστερός, αλλιώς ένας σοσιαλδημοκράτης, και αλλιώς ένα κόμμα που κινείται σε αντιλήψεις ευνοϊκές για τον κόσμο των επιχειρήσεων. Θα σταθούμε ακροθιγώς στην ανθρωπογεωγραφία μίας απεργίας. Άνθρωποι που συνειδητοποιούν τα άμεσα καθημερινά προβλήματά τους, αλλά και άλλων γύρω τους, και που εντάσσονται σε ενεργά πεδία αγώνα γιατί θέλουν όλα αυτά να οδηγήσουν σε ένα καλύτερο αύριο για την πλειοψηφία. Με τα βάρη των δυσκολιών στην πλάτη, αλλά και με την αξιοσύνη της συμμετοχής σε μία πάλη, προχωράνε με αίσθημα καθήκοντος. Άνθρωποι, που χωρίς να γνωρίζουν τι θα γίνει στο μέλλον, εξοικειώνονται ακόμα και με το φόβο και καταλαβαίνουν στο σήμερα πως δεν πρέπει να χαθεί η σπίθα. Άνθρωποι, που κατεβαίνοντας στο δρόμο ή παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια τους, απομακρύνονται από κάθε δυστοπία και οριοθετούν τις έμπρακτες μορφές της «ουτοπίας».
Έχουν γίνει στο μακρινό παρελθόν σκληρές και αποτελεσματικές απεργίες στον ελλαδικό χώρο, που δείχνουν πολλά για την επαναφορά της απεργίας στο κέντρο των μελλοντικών αναγκών. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από το πώς λειτουργεί ο καθένας, οι ίδιες οι αντικειμενικές συνθήκες είναι εκείνες που ορίζουν τα πάντα και σε οτιδήποτε αφορά στην απεργία. Ακόμα και αν απαγορεύονται διαδηλώσεις ή απεργίες, όταν και αν θα θιχτούν από κάτι συγκεκριμένο πάρα πολλοί άνθρωποι, με όρους ασφυκτικής πίεσης στις ζωές τους, το καλαμπούρι τελειώνει και οι προπαγάνδες «καίγονται». Ο νόμος, στην περίπτωση των κοινωνικών διεκδικήσεων, μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά, εκφοβιστικά και τιμωρητικά, όταν όμως μία απόφαση είναι άδικη και προκαλεί πολλούς ανθρώπους, αναγκάζοντάς τους να απεργήσουν, να διαδηλώσουν, κοκ, τότε αυτός λειτουργεί ως καταφύγιο ανάγκης με μικρή χρησιμότητα σε εκείνους που παραβίασαν με τις αποφάσεις τους μονομερώς το άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο…
