Πριν από λίγους μήνες η Δανή Malene Rydahl δημοσίευσε στα γαλλικά βιβλίο με τίτλο «Ευτυχισμένος όπως ένας Δανός». Αναπαράγει ουσιαστικά αυτό που διεθνείς κατατάξεις -συζητήσιμες αναντίρρητα- κατατάσσουν ως πιο «ευτυχισμένη» χώρα, τη Δανία. Η συγγραφέας πάει πιο μακριά, αναπτύσσει «τα 10 κλειδιά της ευτυχίας». Ως πρώτο αξιολογεί «την εμπιστοσύνη», αλλιώς: «δεν φοβάμαι τον διπλανό μου». Πριν από λίγα χρόνια σε παρουσίαση της εκπαίδευσης της χώρας του στην Πάτρα, ο Φινλανδός πρέσβης ρωτήθηκε πώς εξηγεί την επιτυχία της. Η εμπιστοσύνη, απάντησε, που επιτρέπει σε όλους να συμμετέχουν και να ενεργούν άφοβα και απρόσκοπτα.
Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης πιστοποιούν το αυτονόητο. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στους ανθρώπους είναι υψηλότερη στις βόρειες χώρες και μικρότερη στον Νότο. Κοινωνικοί επιστήμονες μας λένε ότι η εμπιστοσύνη είναι κεφάλαιο. Συντελεί στο να παίρνονται οι αποφάσεις ταχύτερα και να εφαρμόζονται. Ταυτόχρονα, η εμπιστοσύνη στον διπλανό βοηθά στη συγκρότηση συλλογικοτήτων και την ανάληψη πρωτοβουλιών δίχως τον φόβο του ελέγχου από τον άλλο, την εξουσία, τους εντεταλμένους της.
Μήπως, όμως, η εμπιστοσύνη είναι προϊόν καταναγκασμού, αλλοτρίωσης και λειτουργεί ως μέσο ελέγχου των ισχυρότερων, των κυρίαρχων; Αυτή η παράμετρος δεν είναι αμελητέα, διαπερνά το έργο διανοητών από τον Φουκό ώς τον Φρόιντ. Αυτή η σκέψη συνέχει τον λόγο διαφόρων ομάδων, συνήθως εξουσιαζόμενων, αλλά και πολιτικών σχηματισμών οι οποίοι πίσω από τον κανόνα και τη συναίνεση διακρίνουν τον φόβο της ενσωμάτωσης.
Η εμπιστοσύνη προϋποθέτει την ύπαρξη και την αποδοχή κανόνων. Πώς, όμως, οι κανόνες γίνονται αποδεκτοί από το κοινωνικό σώμα; Σε αυτό το ερώτημα επιχείρησε να απαντήσει ο Χάμπερμας. Θεωρεί ότι η αποδοχή του κανόνα οφείλει να εδράζεται στη βούληση των εμπλεκομένων – βούληση η οποία πρέπει να είναι παράγωγο της πρόσβασής τους στην πληροφορία, της κριτικής τους σκέψης και της μεταξύ τους ανταλλαγής.
Δεν νομίζω ότι η πρόταση του Χάμπερμας είναι «ρεαλιστική». Δείχνει, όμως, ένα δρόμο. Μία ομάδα και -πολύ περισσότερο- μία κοινωνία δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς κανόνες, χωρίς αμοιβαία εμπιστοσύνη. Οσο λιγότερα στοιχεία καταναγκασμού και ετεροπροσδιορισμού έχουν οι κανόνες τόσο καλύτεροι και αποτελεσματικότεροι είναι.
Αν δεχτούμε την προαναφερθείσα πρόταση, μπορούμε να αποδώσουμε την απουσία εμπιστοσύνης, ακριβέστερα τη διάχυτη δυσπιστία μας, τουλάχιστον στον δημόσιο βίο, στην απουσία κανόνων. Γιατί δεν έχουμε κανόνες λοιπόν; Θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε στη δράση ριζοσπαστικών ή αντιεξουσιαστικών ομάδων που δεν τους αποδέχονται θεωρώντας τους μέσο ενσωμάτωσης και χειραγώγησης. Η θεώρηση αυτή είναι απλουστευτική. Οι ομάδες αυτές δεν διαμορφώνουν την κατάσταση, περισσότερο συντηρούνται από αυτήν.
Αρα, πρέπει να ψάξουμε αλλού. Σήμερα είναι δυσχερέστατη η συγκρότηση και αποδοχή κανόνων λόγω της ολιγαρχικής δομής της ελληνικής κοινωνίας και της τεράστιας ανισοκατανομής δύναμης. Το πώς φτάσαμε εδώ είναι σύνθετο ζήτημα. Σίγουρα, όμως, ένας από τους λόγους είναι και η μη ύπαρξη κανόνων σε όλα τα επίπεδα και πριν από όλα στο πολιτικό, που σε μεγάλο βαθμό εξέθρεψε την κατάσταση αυτήν.
Γιατί δεν είχαμε κανόνες πριν; Δύο νομίζω ήταν οι βασικοί λόγοι. Ο πρώτος που έχει τις καταβολές του στη μεταπολεμική περίοδο και φτάνει μέχρι το 1981 είναι η κλειστή δομή της εξουσίας και η αδυναμία της να διαχειριστεί αμφισβητήσεις και διεκδικήσεις που η ίδια σε μεγάλο βαθμό εξέθρεφε. Γι’ αυτό ήταν και τόσο ευάλωτη στις αντιδράσεις και ευεπίφορη σε κρίσεις. Ο δεύτερος λόγος, απτός και πριν αλλά και μετά το 1981, έγκειται στην εργαλειακή αντίληψη του κράτους από τους κυβερνώντες, αντίληψη που τους έκανε να το βλέπουν σαν λάφυρο στην υπηρεσία των φίλων και των κομματικών στελεχών.
Αν ισχύουν τα προαναφερθέντα, η θέσπιση κανόνων και η οικοδόμηση εμπιστοσύνης σε θεσμούς και πρόσωπα προϋποθέτουν δύο βασικά πράγματα: μία λιγότερο άνιση κατανομή της δύναμης, που σημαίνει σπάσιμο της διαπλοκής, δικαιότερη κατανομή των βαρών, φορολογικών και μη· και ένα καθεστώς πιο ανοιχτό στην πληροφορία και τη γνώση, πιο φιλελεύθερο στη διαφωνία και την αμφισβήτηση ώστε αυτή να γίνει δημιουργική. Και τα δύο σε ένα πλαίσιο όπου το κράτος δεν νοείται σαν λάφυρο των κυβερνώντων, ούτε μηχανισμός χειραγώγησης υπέρ των ισχυρών, αλλά ως μέσο παροχής ευκαιριών σε όλους, ιδιαίτερα τους αδύνατους.
*καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών
