Στην αχαρτογράφητη περιοχή μιας πολιτικής και θεσμικής κρίσης χωρίς προηγούμενο βαδίζουν οι ΗΠΑ. Ζητούμενο πλέον δεν είναι ο υποψήφιος των Δημοκρατικών και η προγραμματική του ατζέντα, αλλά η κατάληξη της διαδικασίας απαγγελίας κατηγορίας και παραπομπής σε δίκη του Τραμπ ενώπιον της Γερουσίας, την οποία έχει ξεκινήσει η Βουλή των Αντιπροσώπων.
Με τα σημερινά δεδομένα, είναι βέβαιη η παραπομπή του Τραμπ, χωρίς όμως να υπάρχει στη Γερουσία η απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων για να καθαιρεθεί ο πρόεδρος από το αξίωμά του.
Οι Δημοκρατικοί, που πλειοψηφούν στη Βουλή, πιστεύουν ότι αυτή καθεαυτή η έρευνα για την παραπομπή και στη συνέχεια η δίκη θα φθείρουν την αξιοπιστία του Τραμπ και θα πείσουν κρίσιμο ποσοστό του εκλογικού σώματος για τους κινδύνους που συνεπάγεται μια δεύτερη τετραετία στον Λευκό Οίκο.
Από τη μεριά του ο Τραμπ θα προβάλει την εικόνα του θύματος του συστήματος, που δεν τον άφησε να κυβερνήσει στην πρώτη του θητεία: Τα πρώτα τρία χρόνια πέρασαν στη σκιά της υπόθεσης της διαπλοκής του Κρεμλίνου στην προεδρική εκλογή του 2016, ενώ η τέταρτη χρονιά είναι βέβαιο ότι θα έχει ως επίκεντρο την έρευνα για το επίμαχο τηλεφώνημα του προέδρου των ΗΠΑ στον Ουκρανό ομόλογό του, Ζελένσκι.
Πρόκειται για τη δραματική κορύφωση μιας συνολικής κρίσης που αναδεικνύει τις ΗΠΑ ως μια βαθιά διχασμένη χώρα: από τη μια μεριά οι δύο παράκτιες περιοχές, η Ανατολική και η Δυτική Ακτή, και από την άλλη οι Μεσοδυτικές Πολιτείες και ο Νότος.
Δίχως υπερβολή πρόκειται για δύο διαφορετικές χώρες στη συσκευασία της μιας.
Το πρώτο σοβαρό μήνυμα για την επερχόμενη κρίση του αμερικανικού πολιτικού συστήματος κατεγράφη την επαύριο της προεδρικής εκλογής του 2000, όταν ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Γκορ αμφισβήτησε επί έναν και πλέον μήνα το οριακό εκλογικό αποτέλεσμα υπέρ του Μπους υιού, στην Πολιτεία της Φλόριντα.
Τέσσερις δεκαετίες πριν, το 1960, ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών Νίξον είχε αρνηθεί να υιοθετήσει εισηγήσεις συνεργατών του που του πρότειναν την αμφισβήτηση του οριακού σε πανεθνική κλίμακα προβαδίσματος του νικητή των εκλογών, Κένεντι.
Η εν εξελίξει πολιτική κρίση στις ΗΠΑ διαφέρει από τις προηγούμενες, καθώς είναι βέβαιο ότι θα βραχυκυκλώσει και θα πολώσει μια παρατεταμένη προεκλογική εκστρατεία, με τον ένοικο του Λευκού Οίκου να διεκδικεί δεύτερη θητεία.
Οι προηγούμενες κρίσεις είχαν ξεσπάσει μετεκλογικά: τόσο η αμφισβήτηση της καταμέτρησης των ψήφων στη Φλόριντα από τον Γκορ το 2000, όσο και το σκάνδαλο Γουότερ-γκέιτ, που αναδείχθηκε σε καταλύτη πολιτικών εξελίξεων μετά την επανεκλογή του Νίξον τον Νοέμβριο του 1972.
Πριν από έναν χρόνο, στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018, κατεγράφη η αντοχή του Τραμπ και του «τραμπισμού» όχι μόνο στη φθορά της κυβερνητικής διαχείρισης αλλά και στη σκιά της κατηγορίας για διαπλοκή με το Κρεμλίνο.
Σήμερα στο ερώτημα αν ο Τραμπ είναι παροξυσμική κορύφωση μιας συγκυριακής κρίσης ή αν ήλθε για να μείνει δεν θα απαντήσει μια ορθολογική προγραμματική αντιπρόταση των Δημοκρατικών στη συνθηματολογία του τύπου «Πρώτα η Αμερική!».
Θα απαντήσει η κατάληξη της διαδικασίας απαγγελίας κατηγορίας κατά του Τραμπ που επέλεξαν οι Δημοκρατικοί, όπου τα όρια της δικαστικής διερεύνησης με την πολιτική σκοπιμότητα είναι δυσδιάκριτα.
