Η επιστημονική συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, Αγγελική Καρδαρά, αναδεικνύει τις βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες πίσω από τη βία και την παραβατικότητα των νέων.
Ποια είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της παραβατικότητας των ανηλίκων σήμερα; Πώς μπορεί να υπάρξει πρόληψη χωρίς δρακόντεια αστυνόμευση ή ποινές;
Οι ανήλικοι δρουν σε πολλές περιπτώσεις ομαδικά και όχι κατά μόνας, γεγονός που δύναται να μειώσει τις αναστολές των εμπλεκομένων και να εντείνει τη δυναμική της βίας. Η ομάδα λειτουργεί συχνά ως πεδίο συγκρότησης ταυτότητας, προσφέροντας στον έφηβο αίσθηση αποδοχής, ισχύος και αναγνώρισης. Σε αρκετές περιπτώσεις καταγράφεται αυξημένη βιαιότητα, συναισθηματική απάθεια απέναντι στο θύμα και περιορισμένη ενσυναίσθηση. Ακόμη και οι «άγραφοι νόμοι του δρόμου», που άλλοτε λειτουργούσαν ως άτυπα όρια συμπεριφοράς, φαίνεται να υποχωρούν με αποτέλεσμα η χρήση της βίας να εμφανίζεται ολοένα και πιο ακραία και ανεξέλεγκτη. Η χρήση ουσιών μπορεί να αποτελέσει επιβαρυντικό παράγοντα.
Αναλύοντας αυτά τα φαινόμενα διακρίνουμε ασφαλώς βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες: έλλειψη εμπιστοσύνης των εφήβων σε πρόσωπα και θεσμούς, αποδυνάμωση των δεσμών με την οικογένεια, δυσλειτουργική σχέση με το σχολείο και την κοινότητα, αίσθημα αποκλεισμού ή ματαίωσης, καθώς και δυσκολία στη διαχείριση συναισθημάτων και συγκρούσεων.
Είναι σημαντικό, όμως, τα ΜΜΕ να μην καλλιεργούν ηθικό πανικό ούτε να προβάλλουν μόνο τα περιστατικά παραβατικότητας που μπορεί να οδηγήσουν και σε πράξεις μιμητισμού μεταξύ νέων, αλλά να προσφέρουν ένα αντιστάθμισμα, παρουσιάζοντας και την εικόνα της νεολαίας που προοδεύει, καινοτομεί και επιτυγχάνει σημαντικά επιτεύγματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η καθημερινή, έστω και σύντομη, παρουσία τέτοιων παραδειγμάτων στα δελτία ειδήσεων και στις ενημερωτικές εκπομπές θα μπορούσε να λειτουργήσει ως θετικό πρότυπο.
Εφόσον φτάσουμε στο σημείο των σοβαρών εγκλημάτων και της φυλάκισης, πώς μπορεί να επανενταχθεί ένας τόσο παραβατικός νέος στην κοινωνία;
Η επανένταξη αποτελεί κρίσιμο ζήτημα τόσο για τον ίδιο τον νέο όσο και για τη συνολική κοινωνική ασφάλεια. Ένας ανήλικος ή νεαρός παραβάτης βρίσκεται ακόμη σε αναπτυξιακή φάση και για τον λόγο αυτό η κοινωνία οφείλει να επενδύσει στην αλλαγή και στην προοπτική της μελλοντικής επανένταξής του και όχι αποκλειστικά στην τιμωρία.
Για κάθε έγκλειστο ανήλικο υπάρχει ο κίνδυνος το σωφρονιστικό κατάστημα να λειτουργήσει ως «κολέγιο του εγκλήματος», όπως χαρακτηρίζεται στην αργκό των κρατουμένων την οποία έχω μελετήσει. Όταν η κράτηση δεν συνοδεύεται από ουσιαστικές παρεμβάσεις, οι νέοι ενδέχεται να έρθουν σε επαφή με άτομα που διαθέτουν βαρύ ποινικό παρελθόν, να υιοθετήσουν πρότυπα εγκληματικής συμπεριφοράς και να ενισχύσουν την εγκληματική τους ταυτότητα αντί να την αποδομήσουν.
Για τον λόγο αυτό απαιτούνται ολοκληρωμένες παρεμβάσεις: εκπαιδευτικά προγράμματα, ψυχολογική και ψυχιατρική υποστήριξη όπου χρειάζεται, αντιμετώπιση πιθανών εξαρτήσεων, ανάπτυξη επαγγελματικών δεξιοτήτων καθώς και σταδιακή επανασύνδεση με την οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον.
Το ζητούμενο δεν είναι να κλείσουμε τα μάτια σε μια υπαρκτή κοινωνική πραγματικότητα, αλλά να μειώσουμε την πιθανότητα να υπάρξει το επόμενο θύμα. Και αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την ενίσχυση της πρόληψης, της έγκαιρης παρέμβασης αλλά και την πραγματική κοινωνική επανένταξη. Μια κοινωνία είναι ασφαλέστερη όταν οι χώροι κράτησης παράγουν πολίτες που μπορούν να επιστρέψουν με διαφορετικούς όρους στην κοινότητα και όχι ανθρώπους που εξέρχονται με βαρύτερη εγκληματική ταυτότητα από εκείνη με την οποία εισήλθαν.
