Η αμφισβήτηση και η κόντρα είναι το οξυγόνο της δημοκρατίας. Και σ’ αυτήν την εφ’ όλης της ύλης αντιπαράθεση δεν λείπουν οι αναφορές σε ό,τι συμβαίνει εκτός Ελλάδας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Βενεζουέλα του Μαδούρο.
Οταν γίνονται διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος χειροκροτεί η Νέα Δημοκρατία κι όταν αποτυγχάνουν οι προσπάθειες του Τραμπ να τον ανατρέψει ζητωκραυγάζει ο ΣΥΡΙΖΑ. Φυσιολογικό και αναμενόμενο. Κατά κανόνα όμως σπανίζει η ουσιαστική, σε βάθος ανάλυση και προέχει η μικροκομματική εκμετάλλευση. Δηλαδή, άλλη μια ευκαιρία να τα χώσουμε στον αντίπαλο.
Μικρό το κακό, θα μου πείτε. Αυτό που μας καίει είναι τι γίνεται εδώ, όχι στην άλλη άκρη της Γης. Και θα είχατε δίκιο τις περισσότερες φορές, υπό την προϋπόθεση ότι οι συνθήκες είναι κανονικές και προβλέψιμες. Μόνο που σήμερα οι συνθήκες δεν είναι ούτε κανονικές, ούτε προβλέψιμες.
Διότι αποτελεί γεγονός αναντίρρητο ότι εδώ και μερικά χρόνια η Ακροδεξιά έχει σηκώσει κεφάλι και προελαύνει ακάθεκτη. Δεν πρόκειται για σποραδικά φαινόμενα, τα οποία μπορούμε να αποδώσουμε στη συγκυρία ή σε ειδικές περιστάσεις. Οι ΗΠΑ του Τραμπ, η Ιταλία του Σαλβίνι, η Βραζιλία του Μπολσονάρο, η Ουγγαρία του Ορμπαν, η Αγγλία του Τζόνσον και πάει λέγοντας φύτρωσαν στο ίδιο ιδεολογικό έδαφος, τον ακροδεξιό λαϊκισμό, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, επικαλούνται τα ίδια επιχειρήματα και έχουν κοινούς στόχους: τη βαθμιαία κατάργηση των συνταγματικών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών θεσμών.
Το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ και τι χρη ποιείν είναι θέμα αχανές και οποιαδήποτε σύνοψή του εγκυμονεί απλουστεύσεις και δογματισμούς. Κάτι προς το οποίο, δυστυχώς, η Αριστερά κατά καιρούς ρέπει. Θα σας πρότεινα λοιπόν να προβληματιστούμε γύρω από τα εξής τρία πράγματα: Πρώτον, μήπως θα ήταν λάθος, υιοθετώντας από κεκτημένη ταχύτητα τη λογική της σύγκρουσης με τη Νέα Δημοκρατία, να ταυτίσουμε τη Δεξιά με την Ακροδεξιά;
Θα απαντούσα καταφατικά διότι, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ένα μεγάλο κομμάτι της «αστικής» τάξης αντιτίθεται ειλικρινά και σθεναρά στον ακροδεξιό λαϊκισμό. (Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Αγγλία. Αυτό υπογράμμισε πρόσφατα ο καθ’ όλα αριστερός Πολ Μέισον προτείνοντας τον σχηματισμό ενός λαϊκού μετώπου στο οποίο θα συμμετέχουν όλοι πλην των ακροδεξιών λαϊκιστών).
Δεν θεωρώ διόλου τυχαίο το γεγονός ότι στην Ελλάδα πολλοί δημοσιολογούντες, οι οποίοι απεχθάνονται τον ΣΥΡΙΖΑ σε βαθμό δαιμονοποίησης, δεν έχουν καλό λόγο να πουν για τον Τραμπ, τον Τζόνσον, τον Μπολσονάρο ή τον Σαλβίνι. Στις δύσκολες μέρες που έρχονται, η ιδεολογική καθαρότητα, την οποία συχνά επικαλούνται διάφοροι για να φαίνονται πολύ αριστεροί, δεν είναι πολυτέλεια, είναι τραγικό λάθος. Το μαχητικό πνεύμα από μόνο του δεν συνιστά αρετή όταν δεν σου επιτρέπει να βρεις το πεδίο της μάχης. Στην ιστορία της Αριστεράς περισσεύουν τα παραδείγματα αυτής της ηρωικής, πλην όμως αδιέξοδης αγωνιστικότητας.
Δεύτερο, οι πιθανότητες να έχουμε τα ίδια στην Ελλάδα είναι απειροελάχιστες. Τα χειρότερα έχουν περάσει και έπεται μια κάποια ανάκαμψη, μικρή αν πιστέψουμε την αντιπολίτευση, μεγάλη αν πιστέψουμε την κυβέρνηση. Επιπλέον, όχι μόνο δεν υπάρχει αλλά ούτε καν διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποιος «σωτήρας» που θα εκδικηθεί τους εχθρούς του λαού και θα τον οδηγήσει στη Γη της Επαγγελίας.
Φαίνεται ότι η πανουργία της Ιστορίας, που υποτίθεται ότι κινεί τα αόρατα νήματα για να εφαρμόσει το δικό της κρυφό σχέδιο, χρησιμοποίησε τον ΣΥΡΙΖΑ ως εμβόλιο για το ανοσοποιητικό σύστημα του πολιτικού οργανισμού μας. Διότι δεν νομίζω ότι θα βρεθούν πολλοί να πιστέψουν ξανά κάποιον που θα τους πει ότι τα πράγματα είναι απλά, για όλα ευθύνονται οι «κακοί» και ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις, αρκεί να δείξουμε την απαραίτητη πίστη και τη δέουσα μαχητικότητα. Οι αυταπάτες, ήταν δεν ήταν αυταπάτες, τελείωσαν.
Τρίτο (και φαρμακερό), στο παρελθόν η Ακροδεξιά δεν κέρδιζε την εξουσία, την κατέλυε με στρατιωτικά πραξικοπήματα, εκλογές βίας και νοθείας, υπονόμευση και κατάργηση των δημοκρατικών θεσμών κ.ο.κ. Σήμερα την αναδεικνύουν οι κάλπες. (Συνέβη στον Μεσοπόλεμο με τον Χίτλερ). Και σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ένα μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων της ανήκει στην εργατική τάξη, στους φτωχούς και τους απόκληρους. Μια χαρακτηριστική ένδειξη: ο Νάιτζελ Φάρατζ, ό,τι χειρότερο έχει εκβράσει η κρίση, τάχθηκε υπέρ της αμεσοδημοκρατίας, κλέβοντας τα ρούχα της άκρας Αριστεράς.
Σίγουρα όλα αυτά είναι εξηγήσιμα. Για να βρεθούν όμως οι αιτίες θα πρέπει πολλοί αριστεροί να απαλλαγούν από κάποιες ανεξέταστες κοινοτοπίες και αυτοματισμούς της αγκυλωμένης σκέψης. Δηλαδή να συνειδητοποιήσουν ότι δεν προάγουν την κριτική σκέψη, την οποία έχουν περί πολλού, όταν το πρώτο και μόνο πράγμα που σκέπτονται είναι εκείνο που τους έμαθαν ότι ισχύει σε τελική ανάλυση. Οπως, π.χ., ότι ο λαός δεν φταίει ποτέ και έχει πάντα δίκιο.
