Οταν μετά τον θάνατό του οι συνάδελφοί του αποφάσισαν να δημοσιεύσουν μια συλλογή με τα σημαντικότερα άρθρα του Αλάν Μπερουμπέ, του φημισμένου μελετητή της ιστορίας του εργατικού και του έμφυλου κινήματος στην Αμερική, ο τίτλος που επέλεξαν κλείνει μέσα του μια ολόκληρη εποχή. My Desire for History. Η επιθυμία μου για ιστορία.
Η φράση περιγράφει την επιθυμία, τον πόθο, για εξιστόρηση αλλά και για ιστορικοποίηση. Την ανάγκη δηλαδή να πεις δημόσια την ιστορία σου, αλλά και μαζί την ανάγκη να δείξεις το μεγαλύτερο πλαίσιο στο οποίο αυτή ανήκει, πλαίσιο που έχει παρελθόν, που έχει πολιτική και ταξική θέση, που αγωνίζεται για τη δημόσια μνήμη του.
Την έχουν αισθανθεί κατά καιρούς αυτή την ανάγκη τόσοι άνθρωποι που, καθώς ζούνε και αγωνίζονται, έχουν δει ότι δεν είναι και τόσο δεδομένο (και, αντίθετα, ότι θέλει αγώνα) η προσπάθειά τους να καταγράφεται, το ιστορικό τους στίγμα να αντιπροσωπεύεται, και τα αιτήματά τους να αναγνωρίζονται ως πολιτικά, κοινωνικά και συνδεδεμένα.
Η επιθυμία για ιστορία. Σκεφτόμουν τον τίτλο καθώς διάβαζα τις προηγούμενες εβδομάδες τα μεγάλα αφιερώματα των εφημερίδων με αφορμή το αθηναϊκό Pride (μεταξύ των οποίων τα σημαντικότερα το ειδικό ένθετο της «Εφ.Συν.» με τίτλο «Αόρατη ιστορία» και το ειδικό τεύχος της Lifo με τίτλο «Queer Athens: Η ιστορία μιας πόλης»).
Για πρώτη φορά νομίζω δόθηκε στις εκδηλώσεις LGBTQI Υπερηφάνειας τόση έμφαση όχι μόνο στο παρόν των αιτημάτων για το φύλο και τη σεξουαλικότητα στην Ελλάδα, αλλά και στην ιστορία τους· όχι μόνο στη σημασία της δημόσιας παρουσίας της σεξουαλικής διαφοράς στον δημόσιο χώρο, αλλά και στην ιστορία της αποσιώπησής της· όχι μόνο στην ικανοποίηση για την πρόσφατη νομική κατοχύρωση δικαιωμάτων και νόμων που προστατεύουν από την έμφυλη βία, τον ρατσισμό και το bullying, αλλά και στην τραυματική και ανυποχώρητη ιστορία αυτών των, κάποτε υπογείως υποστηριγμένων από θεσμούς κι επίσημη κουλτούρα, πρακτικών.
Το ίδιο συναίσθημα μετέφερε άλλωστε και το κεντρικό σύνθημα του αθηναϊκού Pride: Ο δρόμος είχε τη δική μας ιστορία – αναφορά προφανώς και στο τραγούδι του Λοΐζου και τις μεταπολιτευτικές κινηματικές του συνδηλώσεις, αλλά και στους δρόμους που γεμίζουν πλέον ακομπλεξάριστα από τα φεστιβάλ υπερηφάνειας· αναφορά όμως και σε εκείνο τον άλλον δρόμο, την οδό Γλάδστωνος, την οδό, πια, του Ζακ, που από πέρσι τον Σεπτέμβριο έγινε, στις πιο τραγικές συνθήκες, ένας τόπος μνήμης και το επίκεντρο μιας νέας κινητοποίησης.
Τη λέξη ιστορία θυμίζει και το σημερινό Pride της Θεσσαλονίκης, με κεντρικό σύνθημα «Γράφουμε Ιστορία». Την ανάγκη για συλλογική μνήμη επαναφέρει και το επίμονα κινηματικό pride της Πάτρας, που επίσης κορυφώνεται σήμερα, με κεντρικό τίτλο «Queer μνήμη, βίωμα και τραύμα».
Αξίζει να την προσέξει κανείς λίγο περισσότερο αυτή τη στροφή, γιατί δεν έρχεται σε καθόλου τυχαία συγκυρία. Η υπενθύμιση του αιτήματος να γραφτεί επιτέλους στην Ελλάδα η ιστορία της σεξουαλικής διαφοράς, κινηματική και μη, έρχεται τη στιγμή που η κεντρική πολιτική σκηνή το θεωρεί αίφνης και λίγο σικ να εμφανίζεται και να φωτογραφίζεται στα gay pride – ακόμα κι όταν δεν έχει πολιτικά πλήρως υποστηρίξει τα αιτήματά τους.
Με άλλα λόγια, η στροφή στην ιστορία γίνεται για να υπενθυμίσει, μεταξύ άλλων, και ότι αυτή η ιστορία δεν έχει τελειώσει. Οτι τα αιτήματα που αναδύονται από το παρελθόν παραμένουν καίρια και σήμερα, πολλά από αυτά ακόμα αδικαίωτα, και όσα έχουν δικαιωθεί να αντιμετωπίζουν υπαρκτό τον κίνδυνο να βρεθούν, ανά πάσα στιγμή, ξανά υπό αίρεση.
Η επιθυμία για ιστορία σημαίνει επίσης αίτημα για παιδεία. Είναι εύκολο να παιανίζει ο κομματικός λόγος σήμερα χαιρετίσματα για τον «σεβασμό των δικαιωμάτων». Είναι όμως πολύ πιο δύσκολο και θέλει πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο κατά το οποίο η έμφυλη βία, η ομοφοβία, ο ρατσισμός, αλλά και τα βαθιά κοινωνικά τους ερείσματα να μπορούν να συζητηθούν σοβαρά στο σχολείο, να μπουν στην εκπαιδευτική διαδικασία και να επηρεάσουν την ίδια τη δομή της.
Η επιθυμία για ιστορία είναι κι ένα αίτημα για δημόσιο αρχείο. Επαναφέρει δηλαδή επίμονα το ζήτημα του ποιες ζωές καταγράφονται και ποιες όχι στο επίσημο αρχείο του πολιτισμικού και εθνικού μας βίου, ποιες ζωές προστατεύονται και ποιες όχι, ποιες ζωές θεωρούνται λιγότερο ή περισσότερο βιωτές. Μια ιστορία της έμφυλης διαφοράς δείχνει πόσο δεν αρχειοθετήθηκαν στο παρελθόν όλες οι ζωές με τον ίδιο τρόπο, κι αυτό σημαίνει επίσης πόσο δεν προστατεύτηκαν το ίδιο, δεν αξιώθηκαν το ίδιο, δεν τιμήθηκαν το ίδιο.
Η συνειδητοποίηση αυτή είναι καίρια, καθώς αναδεικνύει το μεγάλο πλαίσιο στο οποίο τα κινήματα φύλου και διαφοράς πάντα εντάσσονται, αυτό το πλαίσιο που δεν είναι μονοσήμαντο αλλά ορίζεται από πολλά, αλληλοδιαπλεκόμενα, αιτήματα, πολλή, αλληλοδιαπλεκόμενη, καταπίεση, και την πολλαπλή αντίσταση πολλών, αλληλέγγυων, ανθρώπων: στο παρελθόν, στο παρόν, στο μέλλον, και στις διαπλοκές τους.
Δείχνοντας τη βία, το τραύμα και τον αποκλεισμό που υπέστησαν ομάδες ανθρώπων στο παρελθόν, θυμίζεις διαρκώς πόσο υπάρχουν και αυτή τη στιγμή άνθωποι που δεν προστατεύονται, που η ζωή τους προγράφεται, που δεν συμμετέχουν εξορισμού στα δικαιώματα που κάποιοι επιτέλους μόλις κατέκτησαν. Η υπογράμμιση άρα της ιστορικότητας κάθε κατάκτησης δείχνει ότι ο αγώνας της δεν μπορεί να σταματάει εδώ.
Τέλος, η επιθυμία για ιστορία και η διάθεση αυτή η ιστορία να κατορθωθεί και μέσα από τη μνήμη του τραύματος, είναι και μια επιθυμία για επανόρθωση. Αν, δηλαδή, με τον όρο επανόρθωση κατανοούμε τη διαδικασία εκείνη που μας κάνει να μοιραζόμαστε: όχι ο ένας το τραύμα του άλλου, αλλά όλοι μαζί την ευθύνη του.
*Aναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης
